Ο Φασισμός και η ακροδεξιά στην Ευρώπη, τότε και τώρα- Συνέντευξη με τον Λάμπρο Φλιτούρη [ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ]

23.5.2018

Η χρήση της λέξης φασισμός σήμερα, θα λέγαμε πως γίνεται κάπως αλόγιστα. Φασίστας μπορεί να είναι σήμερα, κάποιος που συμπεριφέρεται αυταρχικά, κάποιος που διαφωνεί με την δική μας άποψη, ή κάποιος που μας διαγράφει στο facebook.  Θα μπορούσαμε να δώσουμε επιστημονικά έναν ορισμό στον όρο «φασισμός»;

 

Στον όρο «φασισμός» φυσικά μπορούμε να δώσουμε έναν ορισμό επιστημονικά με βάση την ιστορία, την πολιτική επιστήμη ή την κοινωνιολογία. Ο φασισμός, αν θέλουμε να το πάρουμε ιστορικά, διακρίνεται στον ιστορικό φασισμό, στο πολιτικό αυτό σύστημα που εδραιώθηκε στην Ιταλία ανάμεσα στο 1922 και στο 1943 ή το 1945 με μία προέκταση, αν συνυπολογίσουμε και τα τελευταία χρόνια της Δημοκρατίας του Σαλό. Δεν σημαίνει πως η χρήση που κάνουμε σήμερα των λέξεων «φασισμός» και «φασίστας» ανταποκρίνεται στην ιστορική εμπειρία του φασισμού. Φασίστας, ο οπαδός δηλαδή του φασιστικού κόμματος και των αυταρχικών, ολοκληρωτικών καθεστώτων που αναδύθηκαν στην Ευρώπη του μεσοπολέμου, ήταν κατά βάση ένα πρόσωπο το οποίο φέρει ίσως χαρακτηριστικά όμοια με  αυτά που αποδίδουμε σε κάποιον που σήμερα τον χαρακτηρίζουμε ως φασίστα.

 

Ο φασισμός υπήρξε ένα κίνημα πολιτικό, αντιδραστικό, αντιμοντέρνο, με βασικά χαρακτηριστικά τον αντικοινοβουλευτισμό, τον αντικομμουνισμό, τον ολοκληρωτισμό, την προσωπολατρία. Ο φασισμός υπήρξε, όπως πολύ ευφυώς έχει αναφέρει και ο μελετητής του φασισμού Emilio Gentile, μία πολιτική θρησκεία. Μια προσπάθεια δηλαδή μετατροπής και αντικατάστασης των θρησκευτικών αντιλήψεων που υπήρχαν ως τότε, και της θρησκευτικής πίστης, με μία πίστη σε ένα πολιτικό, και όχι πνευματικό υποκείμενο. Ο φασισμός επιζητούσε την ανάδειξη του έθνους ως τη βασική κινητήρια δύναμη της κοινωνίας. Προσανατολιζόταν στην ανάδειξη του ηγέτη του φασιστικού κόμματος, στη συγκεκριμένη περίπτωση του Μουσολίνι, ως τον βασικό καθοδηγητή. Όπως υπάρχει ένας ανώτατος πνευματικός καθοδηγητής στην περίπτωση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, με την ίδια μορφή θα μπορούσε να υπάρχει ένας ανώτατος καθοδηγητής σε αυτή τη νέα μορφή φασιστικής θρησκείας. Ένας καθοδηγητής παντογνώστης, αλλά και ανεύθυνος. Ανεύθυνος για τα δεινά της κοινωνίας, ανεύθυνος για τις στρεβλώσεις του κινήματος, ανεύθυνος για τη συγκρότηση και τα κακώς κείμενα μιας καθεστωτικής, φασιστικής ολιγαρχίας, αλλά και ο μοναδικός που αποτελούσε τον αδιαμφισβήτητο πνευματικό, πολιτικό και στρατιωτικό ηγέτη.

 

Ο φασισμός δεν μπορώ να πω πως ανήκει στην ίδια κατηγορία με τις υπόλοιπες ιδεολογίες. Δεν μπορώ να μιλήσω για μία φασιστική ιδεολογία. Η ιδεολογία, πέρα από όλα, χρειάζεται την ύπαρξη βασικών κειμένων. Πολύ ουσιαστικό το να υπάρχουν θεμελιώδη κείμενα, όπως είχε ας πούμε ο μαρξισμός, όπως είχε ο λενινισμός, όπως είχε ακόμα και ο μαοϊσμός, αν θεωρήσουμε τα κείμενα και τις ρήσεις του Μάο μία βάση. Ο φασισμός δεν έχει τέτοιου είδους ιδεολογικά κείμενα, που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μία πλατφόρμα, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ιδεολογική πλατφόρμα του φασισμού». Επίσης, ο φασισμός δεν κομίζει κάτι καινούριο ιδεολογικά. Είναι επί της ουσίας μία σπασμωδική αντίδραση μιας ασθμαίνουσας αστικής τάξης, η οποία μπροστά στον φόβο της διάδοσης των σοσιαλιστικών ιδεών, στην αδυναμία αντιμετώπισής της με τις παραδοσιακές μεθόδους, καταφεύγει στην χρήση τμημάτων των μικροαστικών τάξεων, για να εγκαθιδρύσει καθεστώς φόβου έτσι ώστε να αιτιολογήσει εκ των υστέρων τη λήψη ολοκληρωτικών μέτρων. Ο φασισμός πρότεινε ζητήματα κοινωνικού μετασχηματισμού στο πρώιμο του στάδιο, τα οποία όμως τα εγκατέλειψε πάρα πολύ νωρίς. Στα πλαίσια, όχι μιας στρατηγικής, αλλά ενός τακτικισμού κατάληψης της εξουσίας. Για αυτό στα πλαίσια του ιστορικού φασισμού διακρίνουμε τη ριζοσπαστική του βάση, με τη φάση του καθεστώτος.

 

Τώρα από κει και πέρα, τα χαρακτηριστικά άσκησης της πολιτικής του φασισμού, στη μορφή του καθεστώτος, τα οποία τα ασπάστηκε εν πολλοίς και ο ναζισμός, αν και όχι όλα και όχι στον ίδιο βαθμό, αποτέλεσαν και τη βάση για την ανανέωση του ριζοσπαστικού εθνικισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ένας ριζοσπαστικός εθνικισμός ο οποίος έμοιαζε πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο να έχει εγκλωβιστεί ανάμεσα στην παλιά συντηρητική δεξιά και στη νέα γενιά που αναζητούσε ένα ιδεολογικό αντίβαρο στον σοσιαλισμό. Έτσι λοιπόν, όντως ο εθνικισμός ριζοσπαστικοποιείται περαιτέρω  και ανανεώνεται μέσω του φασισμού. Χρησιμοποιώντας το ίδιο πλαίσιο στοχεύσεων και προβάλλοντας τους ίδιους αντιπάλους, την αριστερά, το κοινοβούλιο, τον πολιτικό φιλελευθερισμό, και αναδεικνύοντας  ως πρωτεύοντα τα ζητήματα του κοινωνικού συντηρητισμού, των άκρως συντηρητικών θεάσεων  της δόμησης της οικογένειας και των κοινωνικών σχέσεων π.χ  σχετικά με τον ρόλο της εκκλησίας ή τον ρόλο της γυναίκας  στο σπίτι, στον χώρο της εργασίας κτλ. Ως αποτέλεσμα, ο φασισμός προβάλλεται και είναι μία μορφή κρατικής οργάνωσης σε εθνικιστικά πλαίσια, με υπερσυντηρητικό πλαίσιο αναφοράς, με έντονα τα στοιχεία του λαϊκισμού, και αυτό που τον διαφοροποιεί από τους προηγούμενους εθνικισμούς και τις προηγούμενες ριζοσπαστικές δεξιές πολιτικές, είναι η προσπάθεια επιβολής του ως πολιτική θρησκεία. Μια πολιτική θρησκεία η οποία προϋποθέτει τη συμμετοχή των μαζών. Αν δεν υπάρχουν μάζες, δεν υπάρχει ο φασισμός.

 

Ποια είναι τα στοιχεία της κοινωνίας που επέτρεψαν την ανάδυση φασιστικών κινημάτων, και ποια τα στοιχεία αυτά που τους επέτρεψαν να αναδυθούν τόσο ώστε να εγκαθιδρύσουν καθεστώτα;

 

Δεν υπάρχουν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και σε όλες τις κοινωνίες τα ίδια δομικά προβλήματα, που οδηγούν στην εμφάνιση του φασισμού. Ωστόσο μπορούμε να βρούμε πάρα πολλές ομοιότητες. Πρώτα απ’όλα είναι η αδυναμία του κοινοβουλευτικού συστήματος να ανταποκριθεί σε μία σειρά οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, τα οποία εμφανίζονται ως εγγενή προβλήματα του καπιταλιστικού συστήματος. Το καπιταλιστικό σύστημα φτάνει στο απόγειο του στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, μετατρεπόμενο πλέον από έναν διεθνικό καπιταλισμό, σε έναν καπιταλισμό με πάρα πολύ έντονα τα στοιχεία του εθνικού ανταγωνισμού. Τουλάχιστον, προς αυτή την μεριά στρέφουν οι αστικές κυβερνήσεις την ερμηνείας τους, για την αδυναμία που έχει το υπάρχον κοινωνικοπολιτικό μοντέλο να αντιμετωπίσει τα συνεχώς αυξανόμενα προβλήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Προβλήματα που είχαν να κάνουν με  ζητήματα της εργασίας, με το ζήτημα της παραγωγής και του κόστους παραγωγής, τη διάθεση του προϊόντος, την αύξηση του πληθυσμού και τη διατήρηση ή τη διαμόρφωση ευνοϊκών συνθηκών διαβίωσης  για όσο το δυνατόν υψηλότερο αριθμό ανθρώπων. Ο εθνικός ανταγωνισμός προβάλλεται ως αναγκαιότητα για την ενίσχυση και την ανάπτυξη του ντόπιου κεφαλαίου, ενός κεφαλαίου το οποίο είναι πλεονάζον και θα πρέπει να διατεθεί  σε εξωεθνικές αγορές.

 

Δεύτερο στοιχείο που ευνοεί την εμφάνιση του φασισμού σε μία ομάδα χωρών, είναι αδιαμφισβήτητα η εμπειρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που συνδέεται άμεσα με το προηγούμενο ζήτημα των καπιταλιστικών αδιεξόδων και του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Η εμπειρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατέδειξε και την αδυναμία της αριστεράς να προβάλλει μία ενιαία εναλλακτική απέναντι σε αυτό το πολιτικό σύστημα. Η διάσπαση της αριστεράς στους οπαδούς του πολέμου και στους πολέμιους του πολέμου κατέδειξε την αδυναμία της αριστεράς να αντιμετωπίσει το λεγόμενο «εθνικό» ζήτημα, το ζήτημα του εθνικισμού, με αποτέλεσμα να υπάρξει ένα κενό εκπροσώπησης. Τα τραγικά αποτελέσματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, οδήγησαν κάποιες κοινωνίες στο να βιώσουν ακόμα χειρότερα αυτήν την μεταπολεμική κατάσταση, και σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε την αναζήτηση των λαών για νέους φορείς πολιτικής εκπροσώπησης. Το κίνημα στην Ιταλία ήταν ένας τέτοιος φορέας πολιτικής εκπροσώπησης στην αρχή, ένας φορέας δηλαδή που προσπαθούσε να συνδυάσει το εθνικό με το ταξικό. Ένας φορέας ο οποίος προσπαθούσε από τη μία να αρθρώσει έναν λόγο που ικανοποιούσε το εθνικό ακροατήριο,κι από την άλλη ένα κοινό το οποίο μαστιζόταν ταξικά από τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, την ανεργία, την κοινωνική, πολιτική ή εργασιακή περιθωριοποίηση, το ζήτημα της μετανάστευσης, το ζήτημα της συμμετοχής της νεολαίας στις πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις. Αυτός ο συνδυασμός ως πρόταγμα απέτυχε. Υπήρχαν ήδη ταξικά κόμματα και ταξικές οργανώσεις που απαντούσαν σε αυτά τα ζητήματα, και είχαν σαφώς διατυπώσει έναν συγκεκριμένο λόγο για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η ιταλική κοινωνία στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος.

 

Κομβικό σημείο που θα οδηγήσει στην αλλαγή της στάσης όχι μόνο των φασιστών, αλλά και γενικότερα των εθνικιστών και της αστικής τάξης στην περίοδο του μεσοπολέμου είναι η Ρωσική εμπειρία. Η επανάσταση του 1917 η οποία θα τρομάξει τους αστούς. Όταν στην Ιταλία το 1919 έχουμε καταλήψεις εργοστασίων και αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ εργοδοσίας και εργατών, αυτοί που θα χρησιμοποιηθούν για να καταστείλουν τις συγκεντρώσεις είναι οι παλιοί στρατιώτες, που έχουν επιστρέψει από τον πόλεμο, ανήκουν στο κοινωνικό περιθώριο, με το ίδιο κράτος που τους έστειλε στον πόλεμο τώρα να τους απορρίπτει, και πλέον τους μισθοδοτεί η εργοδοσία ως το μακρύ της χέρι για να ελέγξει τις συγκρούσεις και τις απεργίες. Σταδιακά αυτό εξελίσσεται σε έναν συμβιβασμό μεταξύ των φασιστών και της εργοδοσίας, και αργότερα μεταξύ του φασιστικού κόμματος και του αστικού κόσμου. Σας παραχωρούμε την εξουσία για να λειτουργήσετε στην ουσία ως μονάδα δημοσίας τάξης, για να μαζέψετε τους απεργούς και  για να επιφέρετε την ασφάλεια, όπου εντωμεταξύ η αναρχία που επικρατούσε στις πόλεις ήταν αποτέλεσμα της ίδιας της δράσης του φασιστικού κόμματος. Ήταν η τακτική της δημιουργίας εντάσεως μέσω της προβοκάτσιας και της πρόκλησης, γεγονός που οδηγεί τη μεσαία τάξη σε αντανακλαστική αναδίπλωση, σε φόβο, και στην αναζήτηση ασφάλειας, μια ασφάλεια την οποία το κράτος αδυνατεί να παράξει, και αυτοί που μπορούν να το κάνουν είναι οι φασίστες, η ακροδεξιά. Κι αυτό το βλέπουμε και στη μεταπολεμική περίοδο μέχρι σήμερα, να ανακαλούνται δηλαδή από την «εφεδρεία» οι παραστρατιωτικές ομάδες οι οποίες καλούνται να παίξουν αυτό το ρόλο για χάρη κατά βάση της εργοδοσίας και με τη σιωπηλή συγκατάθεση της μεσαίας τάξης.

 

Αν εξαιρέσουμε την περίοδο 1967-1974 της οποίας οι μνήμες είναι αρκετά νωπές ώστε να αμφισβητηθούν εξολοκλήρου, στη δημόσια σφαίρα ο φασισμός αντιμετωπίζεται ως κάτι ξένο για την Ελλάδα, ως κάτι που αντιμετωπίστηκε μόνο ως εξωτερικός εχθρός. Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια για την ανάπτυξη του φαινομένου στη χώρα μας;

 

Στην Ελλάδα αρεσκόμαστε να λέμε πως δεν έχουμε φασιστική παράδοση. Μπορούμε να δούμε ως παράδειγμα την περίοδο του Μεταξά. Το καθεστώς του Μεταξά ήταν ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, όπως και το καθεστώς των συνταγματαρχών, και τα χαρακτηρίζουμε και τα δύο ως φασιστικά κυρίως εξαιτίας του αυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης, της σύνδεσής τους με την ακροδεξιά, την αντικοινοβουλευτική και αντικομμουνιστική πρακτική τους. Σε οικονομικό επίπεδο δεν είχαν καμία σχέση με το φασιστικό πείραμα στην Ιταλία ή με αυτό που ήθελαν να προβάλλουν οι ναζί στη Γερμανία. Ειδικά η περίοδος των συνταγματαρχών ήταν μία πρώιμη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πρακτικών της ευρωπαϊκής περίπτωσης. Ο φασισμός λοιπόν, επειδή ερχόμαστε σε αυτό το ζήτημα, εκφράζει πλέον κυρίως μία νοοτροπία. Μία νοοτροπία ολοκληρωτικού ελέγχου συνειδήσεων και πράξεων, μία νοοτροπία καταστολής ατομικών και συλλογικών ελευθεριών, μία νοοτροπία άρρηκτα συνδεδεμένη με την χρήση λαϊκιστικής και εθνικιστικής ρητορείας , με τη χρήση των εθνικών ζητημάτων ως υπέρτατων ζητημάτων τα οποία θα πρέπει να επικαθορίζουν και τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών τάξεων.

 

Στην ελληνική περίπτωση ο φασισμός με την έννοια της πολιτικής υλοποίησης του, δεν θα μπορούσαμε να πούμε πως εμφανίστηκε κάποτε σε αυτήν την έκταση. Αντικομμουνιστικές πολιτικές έχουμε, αντικοινοβουλευτικές πολιτικές έχουμε, ολοκληρωτικές τάσεις σε διάφορους τομείς όπου μπορούμε να κατηγορήσουμε κυβερνήσεις, έχουμε. Θα πρέπει να σημειώσουμε όμως πως ο φασισμός πλέον δεν συνδέεται μόνο με τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την ιστορική του περίοδο αλλά έχουμε και νέες μορφές φασισμού. Και σε αυτές τις νέες μορφές φασισμού θα πρέπει να εντάξουμε και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις εθνικές, κοινωνικές και πολιτικές μειονότητες στη χώρα μας, και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε ζητήματα όπως είναι η μετανάστευση, η προσφυγιά, η συμβίωση με τον άλλον. Σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε αλλαγές. Οι αλλαγές αυτές εμφανίζονται στο ελληνικό τοπίο από τα μέσα της δεκαετίας του 80’.

 

Μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μιας ιδεολογικής, πολιτισμικής ή συναισθηματικής θα μπορούσαμε να πούμε κυριαρχίας της αριστεράς στο μεταπολιτευτικό τοπίο, από τα μέσα του 80’ και προς τα τέλη, ως αποτέλεσμα της διάψευσης οραμάτων τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, βλέπουμε να αρχίζει να αναπτύσσεται εκ νέου ένας χώρος ο οποίος παραδοσιακά στην Ελλάδα κινούνταν σε παρακρατικό επίπεδο και ήταν εξουσία μέχρι και το 1974 τουλάχιστον, ο οποίος όμως δεν χρειαζόταν να έχει κάποιου είδους οργάνωση ξεχωριστή από την επίσημη κρατική. Ήταν μία παρακρατική οργάνωση η οποία λειτουργούσε ως ομάδα κρούσης η οποία πολλές φορές λειτουργούσε σε συνεργασία με το επίσημο κράτος. Μεταπολιτευτικά όμως, εξαιτίας του όλου αντιδικτατορικού κύματος που επικρατεί, οι άνθρωποι αυτοί πέφτουν στο περιθώριο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 80’, αξιοποιώντας παλιά υλικά όπως ο αντικομμουνισμός, ο αντισημιτισμός, ο αντιευρωπαϊσμός (ως έναν βαθμό, όχι τόσο έντονο), αρχίζουν να αρθρώνουν έναν λόγο. Περιθωριακό μεν, που αφήνει τη σπορά του δε. Μία σπορά που θα ανθίσει μόλις η ελληνική κοινωνία βρεθεί μπροστά σε νέες καταστάσεις. Πρώτο στοιχείο είναι η κατάρρευση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου έχουμε ένα βασικό ιδεολογικό πρόβλημα στην αριστερά, ενώ ένα δεύτερο στοιχείο είναι η άφιξη νέων πληθυσμών στον ελληνικό χώρο που έρχονται είτε από την πρώην Σοβιετική Ένωση, είτε από την Αλβανία, είτε γενικώς από τα Βαλκάνια, και φέρνουν τον μέσο Έλληνα ξανά σε επαφή με τον «άλλον», με τον «ξένο», και δημιουργεί έναν φόβο τον οποίο έρχεται να εκμεταλλευτεί η ακροδεξιά. Ένα τρίτο στοιχείο είναι η μονοδιάστατη και εμμονική, έως και ψυχοπαθολογική θα λέγαμε, προσήλωση της ελληνικής αστικής τάξης στην κυριαρχία των εθνικών ζητημάτων στο δημόσιο λόγο, με προεξέχον την δεκαετία του 90’ το Μακεδονικό. Ένα τέταρτο στοιχείο είναι το γεγονός ότι εξαιτίας ακριβώς της έλλειψης ιδεολογικών και πολιτικών προτύπων και της απογοήτευσης ενός τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, έχουμε την ανάδειξη εκ νέου του εκκλησιαστικού λόγου ως ένα σημείο πολιτικής και κοινωνικής αναφοράς, και όχι ως πνευματικής, έναν ρόλο που έχει πολλά χρόνια να παίξει η εκκλησία, τουλάχιστον στην ελληνική περίπτωση. Έτσι η εκκλησία αναδεικνύεται σε έναν από τους κύριους εκφραστές ενός εθνικιστικού και μισαλλόδοξου λόγου, σε ολόκληρη τη δεκαετία του 90’ και κατά τον 21ο αιώνα.

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν αρχίζουν και κινούνται ομάδες και οργανώσεις έχοντας ως αφετηρία τους είτε τη μεγάλη μήτρα της ελληνικής δεξιάς, είτε όμως –και αυτό είναι το πολύ ενδιαφέρον-τον χώρο του λεγόμενου πατριωτικού κέντρου, ένα τμήμα π.χ του παλαιού ΠΑΣΟΚ, που αναπτύσσει έναν τέτοιον λόγο. Ακριβώς εξαιτίας των αλλαγών εντός της κεντροαριστεράς, με την περαιτέρω σοσιαλδημοκρατικοποίηση και στροφή προς τα δεξιά του ΠΑΣΟΚ την εποχή Σημίτη, βλέπουμε ένα τμήμα να αποκόπτεται πηγαίνοντας όχι προς τα αριστερά, αλλά υιοθετώντας έναν εθνικιστικό λόγο, και μέσα από αυτό το ζύμωμα το οποίο δεν είναι καινοφανές στην Ευρώπη, αλλά έχει συμβεί και σε άλλες κοινωνίες, δημιουργείται μία νέα ιδεολογική πλατφόρμα στο δημόσιο λόγο, με σαφή τον ρόλο των ΜΜΕ σε αυτό το ζήτημα. Μέσα σε αυτά τα θολά νερά του πατριωτισμού, του εθνικισμού κτλ αναδεικνύονται πολιτικές φιγούρες, οι οποίες θα εκμεταλλευτούν αυτόν τον χώρο εξαιτίας της κρίσης του ευρύτερου πολιτικού συστήματος. Από την περίπτωση της Πολιτικής Άνοιξης του Σαμαρά, στο ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη, που αυτές οι μορφές πάλι εντάσσονται στην περίπτωση της παραδοσιακής υπερσυντηρητικής δεξιάς, μέχρι να φτάσουμε στο σημείο της κατάρρευσης του μεταπολιτευτικού πολιτικού σκηνικού κατά το 2010-2012 με την ανάδειξη της Χρυσής Αυγής, που δεν έχει σχέση δομικά και οργανωτικά με τις προηγούμενες μορφές της ελληνικής δεξιάς. Είναι μία ναζιστική οργάνωση, η οποία εκμεταλλεύεται ακριβώς αυτές τις συνθήκες κρίσης, απόγνωσης, απαξίωσης της πολιτικής και των πολιτικών, ιδεολογικού κενού και έλλειψης πολιτικής κουλτούρας και εκπαίδευσης του ελληνικού λαού, όπως και πολλών άλλων λαών της Ευρώπης. Έτσι, έχουμε ένα κομμάτι να υιοθετεί ψηφίζοντας αυτές τις αρχές, και θα πω υιοθετεί διότι άλλο το να ψηφίσεις κάτι μία φορά και άλλο το να το ψηφίσεις και να το ξαναψηφίσεις.

 

Υπάρχει μία άποψη που θέλει τη σημερινή ακροδεξιά, όσο ακραίες και να είναι οι θέσεις της, να αδυνατεί να τις εφαρμόσει ακόμα και στην περίπτωση που βρεθεί στην εξουσία. Υπάρχει μια μεγάλη μερίδα του πολιτικού συστήματος αλλά και των πολιτών που ουσιαστικά πιστεύει πως η σημερινή ακροδεξιά σε περίπτωση που έρθει στην κυβέρνηση, θα αναγκαστεί να ενσωματωθεί και να υποστηρίξει πιο μετριοπαθείς θέσεις από αυτές που χρησιμοποιεί για τον αντιπολιτευτικό της λόγο. Εσείς πιστεύετε πως ο φασισμός ως φαινόμενο ανήκει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας ή υπάρχει  πραγματικά ο κίνδυνος εμφάνισης παρομοίου τύπου καθεστώτων;

 

Το να εμφανιστούν καθεστώτα παρόμοιας μορφής με αυτά που γνωρίσαμε στον Μεσοπόλεμο, δεν το πιστεύω, γιατί πλέον έχουμε την ιστορική εμπειρία, επομένως έχουμε τη γνώση. Ωστόσο, και όταν εμφανίστηκαν αυτά τα καθεστώτα, η αστική τάξη, η οποία τα υποδέχτηκε και τα καλωσόρισε τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γερμανία, είχε την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε να τα έχει υπό τον έλεγχό της πλήρως. Η αλήθεια είναι πως ένα μέρος της αστικής τάξης, κυρίως της μεγαλοαστικής, δεν είχε κανένα πρόβλημα συμβίωσης και συνύπαρξης με αυτά τα καθεστώτα, μάλιστα εξυπηρετούσαν πολύ καλύτερα τα συμφέροντά της. Ωστόσο, και αυτό θα πρέπει να το παραδεχτούμε, η ψευδαίσθηση που υπήρχε από ένα πολύ μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, ότι οι φασίστες δεν θα είναι τόσο ριζοσπάστες, αποδείχθηκε εν τέλει πως ήταν αυταπάτη. Με την ίδια λογική, στη σύγχρονη περίσταση, η άνοδος ξενοφοβικών, ακροδεξιών και μισαλλόδοξων ηγετών και κινημάτων στην εξουσία, μας δείχνει πως σταδιακά εφαρμόζονται πολιτικές που στην ουσία δεν θα μπορούσαμε πριν να τις φανταστούμε. Έχουμε τα παραδείγματα των κυβερνήσεων στην ανατολική Ευρώπη, στην Πολωνία και στην Ουγγαρία. Έχουμε τα παραδείγματα εφαρμογής ή προσπάθειας εφαρμογής νόμων και πολιτικών στην Αυστρία.

 

Ο φόβος δεν είναι μόνο ότι όταν αυτά τα κόμματα θα έρθουν στην εξουσία τελικά δεν θα συμβιβαστούν και δεν θα είναι μετριοπαθή, αλλά και το ζήτημα ότι η παρουσία όλων αυτών των κομμάτων στο πολιτικό σύστημα  των ευρωπαϊκών κρατών, εξαιτίας της απειλής που προβάλλουν προς την εξουσία, οδηγούν τις παραδοσιακές συντηρητικές ή φιλελεύθερες δυνάμεις στην Ευρώπη να υιοθετήσουν μέρος της ακροδεξιάς ατζέντας. Με αποτέλεσμα, η πρακτική εφαρμογή αυτών των σκέψεων και ιδεών της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς να γίνεται ήδη από τον αστικό πολιτικό κόσμο. Για παράδειγμα, οι πολιτικές περιορισμού στο ζήτημα της μετανάστευσης, δεν αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής ατζέντας της ακροδεξιάς, στην Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο; Σαφώς. Δεν νομίζω να υπάρχει  κανένας αυτή τη στιγμή που να θεωρεί ότι είναι εφικτή η εξόντωση τμημάτων του πληθυσμού εξαιτίας της φυλετικής τους καταγωγής ή της θρησκευτικής τους πίστης κτλ. Ωστόσο, γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά πως και στον Ευρωπαϊκό χώρο, και στην Αμερική, λαμβάνονται ήδη μέτρα για την προληπτική μείωση του πληθυσμού προερχομένου από κάποιες χώρες. Ποια είναι αυτή η προληπτική πολιτική; Έχουμε και προτάσεις  για ιατρική αντιμετώπιση του ζητήματος, ή προτάσεις περιορισμού σε στρατόπεδα, πράγμα που γίνεται.

 

Όλα αυτά μπορεί να μας φέρνουν στο μυαλό καταστάσεις, τις οποίες η Ευρώπη έχει βιώσει σε προηγούμενο χρονικό διάστημα. Θα πει κάποιος πως όλα αυτά είναι προφανώς προληπτικά μέτρα. Και στην περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας ως προληπτικά μέτρα εμφανίζονταν. Δεν θέλω να συγκρίνω τις δύο περιόδους, ιστορικά είναι αδόκιμο. Είναι διαφορετικές οι συνθήκες, και οι κοινωνίες μας είναι διαφορετικά υποψιασμένες με αυτού του είδους τα ζητήματα. Το θέμα είναι κατά πόσο αυτή η ιστορική εμπειρία θα εξακολουθεί να υπάρχει ως οδηγός του ότι δεν μπορούμε να επαναλάβουμε παρόμοιες πολιτικές και συμπεριφορές του παρελθόντος, και όχι σαν μια ξεθωριασμένη σελίδα ενός βιβλίου που κάποτε διαβάσαμε. Κατά συνέπεια, και για να κλείσω αυτό το θέμα, ούτε θεωρώ πως είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να γίνει ούτε θεωρώ ότι είναι κάτι το οποίο δεν γίνεται ήδη.

 

Πρόσφατα, ο Enzo Traverso, με το βιβλίο του « Τα νέα πρόσωπα του φασισμού», πρότεινε τον όρο του «Μεταφασισμού» για τα σημερινά ακροδεξιά κόμματα, τονίζοντας τη μεταβατική φάση ενός εν εξελίξει φαινομένου, βάσει του ισχυρισμού ότι υπάρχουν αρκετές διαφορές ανάμεσα στην σημερινή ακροδεξιά και το ιστορικό της πρότυπο. Αναφέρει για παράδειγμα πως κατά τον 20ο αιώνα σημαντικό ρόλο έπαιξε ο αντισημιτισμός, ενώ σήμερα παρόμοιο ρόλο παίζει η ισλαμοφοβία, καθώς και πως η σημερινή ακροδεξιά δεν παρουσιάζει τον εαυτό της ως επαναστατική δύναμη αλλά σε ένα πλαίσιο θεσμικής κανονικότητας.  Στον φασισμό του 20ου αιώνα δεν θα μπορούσε να είναι πρόεδρος ενός φασιστικού κόμματος μία γυναίκα, όπως συμβαίνει στην γαλλική ακροδεξιά με τη Λεπέν. Ποια είναι η άποψη σας για τον όρο «Μεταφασισμός» και ποιες κατά τη γνώμη σας είναι οι βασικές διαφορές μεταξύ της σημερινής ακροδεξιάς και του φασισμό του 20ου αιώνα;

 

Συμφωνώ με αυτή τη θεώρηση, υπό την έννοια της εμφάνισης του φασισμού, εξάλλου και ο Traverso αναφέρεται στα πρόσωπα του φασισμού και όχι στην ουσία. Η ουσία του φασισμού παραμένει ίδια. Είναι η αντιδραστική, απάνθρωπη, μισαλλόδοξη και βίαια αντιμετώπιση των κοινωνικών διαφορών και κοινωνικών ζητημάτων, από τη μία τάξη προς μία άλλη τάξη.  Από τη στιγμή που οι κοινωνίες μας εξακολουθούν να είναι ταξικά δομημένες, όσο δεν εκλείπουν οι λόγοι για μία ταξική πάλη, άλλο τόσο δεν εκλείπουν οι λόγοι για μία ταξική καταπίεση. Ας πάρουμε αυτό ως βάση.

 

Στη συνέχεια είναι αλήθεια πως κι ο φασισμός εξελίσσεται στην πορεία, γιατί εξελίσσονται οι κοινωνίες. Δεν μπορούμε να νοηθούμε πως δεν θα υπάρξει γυναίκα φασίστρια. Στην περίοδο του μεσοπολέμου ο ρόλος της γυναίκας ήταν πολύ συγκεκριμένος. Ήταν αναπαραγωγική μηχανή, και παιδαγωγός. Σήμερα η γυναίκα είναι επαγγελματίας, μετέχει στις κοινωνικές, πολιτικές και εργασιακές δομές, και σαφώς και πολύ ορθώς μπορεί να είναι και φασίστρια, και να αναδειχθεί και στην ηγεσία ενός φασιστικού κόμματος. Αυτό περισσότερο σαν πρόοδο της κοινωνίας το βλέπω, παρά σαν καθυστέρηση. Κατά τα άλλα δεν θα μπούμε στην διαδικασία να αναλύσουμε αν μια γυναίκα μπορεί να υιοθετεί τέτοιες πολιτικές. Αυτό έχει μία τελείως σεξιστική διάθεση, την οποία δεν την ασπάζομαι. Επίσης, βλέπουμε να υπάρχουν ακροδεξιά κόμματα τα οποία είναι ιδιαιτέρως ευνοϊκά ή να παρουσιάζονται ως ουδέτερα στην περίπτωση των ομοφυλοφίλων, στον γάμο και την υιοθέτηση παιδιών  κτλ. Αυτό μπορεί να συμβεί.

 

Υπάρχουν όντως πολλές αλλαγές. Τον ρόλο του Εβραίου μπορεί να τον έχουν πάρει οι μουσουλμάνοι, και αυτό είναι πολύ λογικό αν δούμε τον ρόλο που παίζει το εβραϊκό στοιχείο στην κοινωνία μας σήμερα, με υπαρκτή την έννοια του Ολοκαυτώματος, και με γενιές οι οποίες έχουν μεγαλώσει με μία εκπαίδευση η οποία κατέδειξε τα όρια της μισαλλοδοξίας στο εβραϊκό ζήτημα. Θα έλεγα, χωρίς αυτό να δικαιολογεί αλλά προσπαθώντας να κάνω μία ερμηνεία, ότι στη σημερινή εποχή με την ύπαρξη μουσουλμανικών πληθυσμών που μεταφέρουν ως ένα βαθμό ένα διαφορετικό πολιτισμικό φορτίο από το κλασικό πολιτισμικό φορτίο της Ευρώπης, μπορεί να γίνει πολύ πιο κατανοητή η αντίδραση που υπάρχει για αυτούς απ’ότι η αντίδραση που είχαν στην περίοδο του μεσοπολέμου για τους Εβραίους, οι οποίοι στις περισσότερες των περιπτώσεων ήταν ενσωματωμένοι στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Εδώ λοιπόν έχουμε ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό ζήτημα το οποίο είναι πάρα πολύ έντονο και πάρα πολύ δύσκολο να το αντιμετωπίσει πάντοτε ορθολογικά.

 

Δεν θα εξετάσω το γιατί βρίσκονται σήμερα μουσουλμανικοί πληθυσμοί στην Ευρώπη. Η εξήγηση ξεκινάει από την περίοδο της αποικιοκρατίας και φτάνει μέχρι τη σημερινή εποχή, πάντα στο πλαίσιο της άσκησης της διεθνούς πολιτικής, των οικονομικών συμφερόντων, των συγκρούσεων, και του δυτικού ιμπεριαλισμού προς την Ανατολή. Είναι όμως μία πραγματικότητα η οποία αυτή τη στιγμή παίζει τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση, και τη συγκρότηση της ακροδεξιάς και εν γένει της εκδήλωσης του φασισμού στην Ευρώπη. Αυτό είναι το βασικό στοιχείο. Δεν είναι ο αντισημιτισμός, δεν είναι τα δικαιώματα των κοινωνικών ομάδων, όσο κι αν εμείς στον ελληνικό μας μικρόκοσμο συνήθως προβάλλουμε αυτού του τύπου τα ζητήματα, δεν είναι τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα, τα οποία πάλι στον ελληνικό χώρο και πάλι στον μικρόκοσμό μας θεωρούμε πως αυτά είναι τα σημαντικότερα, είναι το ζήτημα το πολιτισμικό. Το ζήτημα δηλαδή της ύπαρξης μουσουλμανικών πληθυσμών εντός του Ευρωπαϊκού χώρου. Η Ευρώπη είχε τελειώσει με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς από τον 15ο αιώνα. Βρίσκεται ξανά σε αυτή τη θέση από την δεκαετία του 1970 και μετά με μία συνεχιζόμενη αύξηση των πληθυσμών αυτών. Αυτή η συνεχιζόμενη αύξηση σε συνδυασμό με τις πολιτικές που ασκούνται στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την εδραίωση θεοκρατικών καθεστώτων στη Μέση Ανατολή, με την ανάδειξη του ριζοσπαστικού θρησκευτικού φονταμενταλισμού ως τη νέα κοινωνική και πολιτική πρόταση -που κυριαρχεί σε αυτούς τους χώρους μετά από μία περίοδο πολλών χρόνων, που τουλάχιστον στον αραβικό κόσμο ο αραβικός εθνικισμός προβαλλόταν ως το βασικό ιδεολογικό διακύβευμα- βρισκόμαστε σε μία Ευρώπη που προσπαθεί να κλείσει τα σύνορά της και να μετατραπεί σε ένα κάστρο πολιτισμικό, προκειμένου να αφήσει απ’έξω τις λεγόμενες ορδές των μεταναστών και των προσφύγων, χωρίς να εξετάζονται ούτε σε ανθρωπιστικό επίπεδο αλλά ούτε και σε πολιτισμικό επίπεδο οι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι αυτοί εμφανίζονται στον Ευρωπαϊκό χώρο.

 

Αυτό δίνει λοιπόν τροφή σε όλα αυτά τα μισαλλόδοξα κινήματα να αναπτύξουν τις δικές τους πολιτικές και να βγάλουν από το αδιέξοδο μεγάλο μέρος του κλασικού πολιτικού κόσμου της Ευρώπης, και της παραδοσιακής δεξιάς και μεγάλο μέρος της σοσιαλδημοκρατίας. Οι δυνάμεις αυτές επικαλούνται ακριβώς την πίεση της κοινωνίας, μιας και σε αντιπροσώπους της κοινωνίας στο δημόσιο λόγο έχουν αναγορευτεί οι ακροδεξιοί, οι οποίοι επιβάλλουν την ατζέντα τους σε κεντρικό επίπεδο. Εδραζόμενοι δηλαδή στην πραγματικότητα της ύπαρξης του μεταναστευτικού-προσφυγικού προβλήματος, της ύπαρξης μουσουλμανικών κοινοτήτων στον ευρωπαϊκό χώρο, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες που ήθελαν να εμφανίζονται επί δεκαετίες ως ανοιχτές και πολυπολιτισμικές στα πλαίσια ενός φιλελεύθερου κοινωνικού μοντέλου, ξαφνικά βρίσκονται σε μία διαδικασία όπου ξεχνάνε τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, διατηρούν τον οικονομικό φιλελευθερισμό και μάλιστα τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμοό, αλλά στο κοινωνικό επίπεδο υποχωρούν σε υπερσυντηρητικές μορφές, χτίζοντας τείχη, υπερτονίζοντας υπαρκτές πολιτισμικές διαφορές, που όμως θεωρούν πως οι διαφορές αυτές οδηγούν στην απουσία δυνατότητας συμβίωσης των πολιτισμών αυτών. Αυτό αποτελεί το καλύτερο άλλοθι πολιτικών που πλήττουν παράλληλα τους έχοντες ευρωπαϊκή καταγωγή και τους μη έχοντες ευρωπαϊκή καταγωγή, στρέφοντας την προσοχή των ευρωπαϊκών λαών σε ζητήματα θρησκευτικά, εθνικά και φυλετικά ως αντιπερισπασμό στην συνεχιζόμενη άσκηση πολιτικών που γεννάνε αυτού του τύπου τις συμβιώσεις.

 

Δεν νομίζω πως θα έφευγε κανένας από τη Συρία για να ζήσει στην Ευρώπη πριν από την έκρηξη του εμφυλίου πολέμου. Κανείς δεν ήθελε να αφήσει τη χώρα του. Ούτε μπορούμε να πούμε πως θα έφευγε κανένας αν οι συνθήκες διαβίωσης στη χώρα του, στο Πακιστάν, στην Ινδία ή οπουδήποτε ήταν τέτοιες ώστε να ζήσει στην πατρίδα του. Θα ήθελε να ζήσει στην πατρίδα του. Όταν λοιπόν εφαρμόζονται οι πολιτικές που εφαρμόζονται από τη Δύση, σε συνδυασμό με τις ταξικές διαφορές που υπάρχουν σε αυτές τις χώρες, και τις πολιτικές που ασκούνται σε αυτές τις χώρες, οδηγούμαστε αναπόφευκτα σε ένα ντόμινο που αυτή τη στιγμή η Δύση το αντιμετωπίζει εθελοτυφλώντας. Αφενός ότι δεν υπάρχει το πρόβλημα και αφετέρου ότι το πρόβλημα αφορά τους κακούς «άλλους». Όπως όμως κάποια στιγμή οι κακοί «άλλοι» ήταν εξωευρωπαίοι και ζούσαν εξωευρωπαϊκά, τώρα αυτό συμβαίνει ενδοευρωπαϊκά. Περισσότερο θα με ενδιέφερε αν είχαμε την ικανότητα ιστορικά, μία σύγκριση του τρόπου με τον οποίον υποδέχονταν οι κάτοικοι της ύστερης αρχαιότητας τις ελεύσεις των πληθυσμών που έρχονταν από την Ανατολή για την εγκατάστασή τους στον ευρωπαϊκό χώρο, με τη σύγχρονη αντιμετώπιση, παρά το πώς αντιμετωπίζονταν στον μεσοπόλεμο. Μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές στην Ευρώπη έχουμε πάντοτε, και όλο αυτό το μακρύ διάστημα από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Όλα αυτά τα 100 χρόνια έχουμε μεταναστευτικές ροές. Για πρώτη φορά όμως οι μεταναστευτικές αυτές ροές αντιμετωπίζονται από την πλευρά της Ευρώπης με το πολιτισμικό τους φορτίο ως μη συμβατές προς τον ευρωπαϊκό οργανισμό, παραπέμποντας ευθέως πλέον στις φυλετικές διαφοροποιήσεις.

 

*Ο Λάμπρος Φλιτούρης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Μεταξύ άλλων διδάσκει το μάθημα "Το φασιστικό φαινόμενο στην Ευρώπη"

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.