Ας μιλήσουμε για φασισμό, τώρα που είναι ανάγκη

 Είναι φασίστας όποιος συμμετείχε στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης για το «Μακεδονικό» ή όποιος συμμετέχει σήμερα στο συλλαλητήριο της Αθήνας; Δεν είναι λίγες οι μέρες που μας απασχολεί αυτό το ερώτημα. Δίνουν και παίρνουν οι απαντήσεις, και μερικές φορές αυτό γίνεται λίγο πιο εύκολα απ’ότι θα πρεπε. Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί αβίαστα, και η συμμετοχή στο συλλαλητήριο από μόνη της δεν αρκεί για να την τεκμηριώσει.

 

Παίρνοντας ένα καλοπροαίρετο –στα όρια της αφέλειας μπορεί να πουν κάποιοι- σενάριο, όπου κάποιος που δεν επιθυμεί τη μεγάλη Ελλάδα, αλλά ελλείψει ιστορικών γνώσεων και επαρκούς ενημέρωσης, με τα κανάλια να φωνάζουν για τον αλυτρωτισμό των «Σκοπίων» έτσι όπως δεν φωνάξανε για κανένα μνημόνιο -εκτός από όταν ήθελαν να πουν πως είναι η αριστερά αυτή που το φερε-, πηγαίνει στο συλλαλητήριο για να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα της χώρας του, που θεωρεί ότι απειλείται, και όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον δεν γνωρίζει πως την καθοδήγηση θα του τη δώσουν υπόδικοι νεοναζί και στρατιωτικοί που εποφθαλμιούσαν –και γιατί όχι ακόμα- τον ρόλο του δικτάτορα, δεν είναι απαραίτητα φασίστας.

 

Ο άνθρωπος εκείνος που χειροκροτεί στο «ο ελληνικός στρατός είναι ισχυρός», στο «Καλύτερα ναζιστής και φασίστας παρά κατσαπλιάς» και που του φαίνεται καλή ιδέα να αποκαλεί τον γείτονα λαό «γυφτοσκοπιανούς»; Τι γίνεται με αυτόν; Τι γίνεται με εκείνον που δεν ενοχλήθηκε να διαδηλώνει παρέα με ναζί, και δεν καταδίκασε τις επιθέσεις τους και την πυρπόληση της κατάληψης της Libertatia; Με αυτόν που ηδονίζεται στην ιδέα του να αναλάβουν την περιφρούρηση του συλλαλητηρίου παραστρατιωτικές ομάδες; Και επειδή τίποτα δεν ξεφεύγει από το ταξικό μία τελευταία ερώτηση για τον συγκεκριμένο: Στις πορείες ενάντια στα αντεργατικά μέτρα και στις απεργίες κατέβαινε, ή στις πρώτες ενοχλούνταν που υπήρχαν κόκκινες αντί γαλανόλευκων σημαιών και στις δεύτερες έπαιρνε θέση υπέρ αφεντικών που κουβαλάνε μπράβους ( ένα τυχαίο παράδειγμα) λέγοντας «καλά τους έκανε»;

 

Ιδίως για το συλλαλητήριο της Αθήνας δεν υπάρχει το ελαφρυντικό της άγνοιας. Θα ήταν λάθος να αναλωθούμε για ακόμα μία φορά σε αυτό το επιχείρημα όπως επί χρόνια και για παραπάνω από δύο ή τρεις εκλογικές αναμετρήσεις κάναμε με τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής. Όποιος συμμετέχει στο σημερινό συλλαλητήριο, γνωρίζει πολύ καλά τι κλίμα επικράτησε στο «αδερφάκι» του, εκείνο της Θεσσαλονίκης, και δίχως δεύτερη σκέψη το νομιμοποιεί.

 

Βρισκόμαστε λοιπόν θεατές στην ανάδυση ενός φασιστικού φαινομένου; Και πάλι η απάντηση δεν είναι απλή, και σίγουρα δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Εθνικιστικά συλλαλητήρια έχουν διοργανωθεί πολλές φορές στην ιστορία χωρίς να πυροδοτήσουν σημαντικές εξελίξεις, ή τουλάχιστον σημαντικές εξελίξεις όπως θα τις εννοούσαν οι επίδοξοι ηγέτες τους. Δεν θα πρέπει όμως να υποτιμούμε τον τρόπο με τον οποίον αναδύονται τα φασιστικά κινήματα. Διότι ποτέ κανένα φασιστικό κίνημα δεν έχει αναδειχθεί επειδή κάποιος ικανός ρήτορας παρέσυρε το πλήθος, ή επειδή μία ακροδεξιά οργάνωση ενέπνευσε τους πολίτες με τις θέσεις της ενάντια στην κυβέρνηση.

 

Περιπτώσεις όπως το «Μακεδονικό» ζήτημα μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά ερεθίσματα για την ανάδυση ενός τέτοιου κινήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, και χωρίς να υπονοείται πως το μόνο που έχει σημασία είναι οι αριθμοί, τα εν λόγω συλλαλητήρια κατάφεραν να συσπειρώσουν τόσο κόσμο όσο δεν θα συσπείρωνε ποτέ μία συγκέντρωση της Χρυσής Αυγής ή ο Φράγκος Φραγκούλης από μόνος του. Αλλά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ήταν τέτοια που επέτρεψαν την πυρπόληση καταλήψεων ή τη βεβήλωση του μνημείου του Ολοκαυτώματος, πράγματα τα οποία όσο και αν επιθυμούσαν οι δράστες θα σκεφτόντουσαν δυο φορές σε διαφορετική περίπτωση.

 

Σαφώς και υπάρχει κίνδυνος. Σαφώς και δεν είναι αγνά και «πατριωτικά» τα αισθήματα. Και αν κάποιοι από την αριστερά επιμένουν να τα βλέπουν ως τέτοια, κάνουν τέτοιο λάθος που όσο κι αν τους αρέσει να αυτοαποκαλούνται πατριώτες για να μην παραδώσουν την έννοια της «πατρίδας» στη δεξιά, θα το μετανιώσουν κι οι ίδιοι. Η γκρίζα στήριξη αυτών των συλλαλητηρίων από κομμάτια της αριστεράς, δεν γίνεται μόνο υπό τον φόβο ενός αλυτρωτισμού των γειτόνων, αλλά κυρίως λόγω της πεποίθησης πως ότι βγάζει τον λαό στον δρόμο μπορεί να είναι προωθητικό, ή λόγω της πεποίθησης πως κρίμα να χαθούν τόσες ψήφοι μαζεμένοι. Αλλά δεν μπορούμε να σταθούμε εμβρόντητοι απέναντι στο εθνικιστικό παραλήρημα και τον ακροδεξιό κίνδυνο, για χάρη της ιδέα πως αρκεί να βγει ο κόσμος στους δρόμους και ας κυνηγάει μετανάστες, ή για χάρη της συνήθειας κάποιων να κάνουν μόνο κοινοβουλευτική πολιτική.

 

Η αριστερά πρέπει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να ιεραρχήσει σωστά τα ζητήματα. Η έξοδος από την ευρωζώνη, σε συνδυασμό με την έξοδο από την ευρωπαϊκή ένωση ή χωρίς αυτήν, οι θέσεις για τον ιμπεριαλισμό, οι αναγνώσεις του κεφαλαίου του Μαρξ, και το αν ο Σύριζα είναι σοσιαλφιλελεύθερος ή ρεφορμιστική αριστερά, πρέπει να κάνουν λίγο πίσω. Προέχει η απάντηση στις ακροδεξιές φιέστες, και εδώ απαιτείται ενότητα. Δεν έχει θέση το ποιος ψήφισε ποια τροπολογία και σε ποιο συνέδριο. Και σίγουρα δεν έχει θέση η όποια διαφωνία σχετικά με το πρόσωπο του Μίκη Θεοδωράκη. Μπορεί να ενέπνευσε μερικούς, μπορεί κάποιοι να τον θεώρησαν δικό τους, αλλά ο Μίκης Θεοδωράκης αποτέλεσε έναν εξαιρετικό μουσικοσυνθέτη που έχοντας συγκεκριμένες ιδέες ενεπλάκη με αγώνες τις αριστεράς στην πορεία της ζωής του όπως έκαναν και εκατοντάδες άλλοι που στο μέλλον «αλλαξοπίστησαν» ή παρέκκλιναν σε σχέση με την εικόνα που οι «σύντροφοι» τους είχαν διαμορφώσει για αυτούς. Αυτό, και τίποτα παραπάνω. Αν κάποιοι είχαν από εκείνον απαιτήσεις στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε δεν είναι επειδή ο ίδιος έδωσε υποσχέσεις, αλλά επειδή η ανάγκη για αυθεντίες, για σύμβολα και φίρμες εντός του κινήματος είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Κι αυτό κάποια στιγμή θα πρέπει να το δούμε.

 

Το κείμενο αυτό δεν έχει στόχο να δώσει λύση στο ζήτημα του ονόματος, και δεν θα μπορούσε άλλωστε. Δεν μπορεί να κλείσει όμως χωρίς να αναφερθεί πως κανένας λαός δεν έχει δικαίωμα να επιβάλλει σε κάποιον άλλον τον τρόπο με τον οποίο θα αυτοπροσδιορίζεται, καθώς και ότι η επιμονή στο όνομα «Σκόπια» είναι προσβλητική και αντίστοιχη με το να αποκαλούσε κάποια γειτονικοί χώρα τους Αρτινούς, τους Λαρισαίους και τους Κρητικούς «Αθηναίους». Η δε ΠΓΔΜ ονομασία, αν και χτυπάει καλύτερα στα προοδευτικά αυτιά, έχει εξίσου προβλήματα μιας και στην ουσία το όνομα ενός λαού προσδιορίζεται από την λέξη «πρώην» κι όχι τίποτα άλλο, αλλά στην Ελλάδα έχουμε κάνει και Οθωμανική Αυτοκρατορία και δεν θα μας άρεσε να αρχίσουμε τους προσδιορισμούς βάσει των «πρώην».

 

Φωτογραφία: iefimerida

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.