Κείμενα από την ιστορία και τη φιλοσοφία των επιστημών: εισαγωγή στις αντιλήψεις περί επιστημολογίας

Μεγάλη κουβέντα έχει γίνει και πολλά έχουν γραφεί για τις επιστήμες και την εξέλιξή τους. Πολλές οι αντιπαραθέσεις και τα ρεύματα που ερμηνεύουν τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμες σήμερα εξελίσσονται. Στην επιστημολογία επικρατούν και αναπτύσσονται πολλά διαφορετικά και αντιφατικά μεταξύ τους ρεύματα. Τελικά η ίδια η επιστημολογία αποτελεί από μόνη της μια επιστήμη; Κατατάσσεται στον τομέα της φιλοσοφίας ή κάτι άλλο. Ακόμα πιο συγκεχυμένο το ερώτημα κατά πόσο η φιλοσοφία αποτελεί μια επιστήμη ή ακόμη περισσότερο η Θεολογία.

 

Η διαδικασία διάκρισης των επιστημών και οριοθέτησής τους ξεκινάει από την αρχαιότητα, αλλά ολοκληρώνεται στην Αναγέννηση το 17ο αιώνα. Η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια οριοθέτησης και κατάταξης των επιστημών έρχεται από τους νομιναλιστές. Οι νομιναλιστές δίνουν ένα πρώτο κριτήριο οριοθέτησης των επιστημών και της εγκόσμιας φιλοσοφίας από τη θεολογία. Το στοιχείο αυτό αποτελεί εξαιρετικής σημασίας τομή καθώς τα συμπεράσματα της επιστήμης αυτονομούνται σε σχέση με αυτά της θεολογίας. Ξεχωρίζοντας τα πεδία και το πεδίο έρευνάς τους, δίνεται η δυνατότητα στις επιστήμες να εξελίσσονται ανεξάρτητα από τη θεολογία. Κατά το νομιναλισμό οι επιστήμες μελετάνε τα εγκόσμια και θεμελιώνονται από τις αισθήσεις. Η θεολογία θεμελιώνεται στην αποκάλυψη. Αποτελούν δύο διαφορετικά πεδία που τα συμπεράσματα είναι μη συγκρίσιμα και κατά συνέπεια μπορούν να είναι και τα δύο σωστά.

 

Οι νομιναλιστές απέρριψαν τη σχολαστική διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη (existentia) και στην ουσία (essentia). Η αλήθεια των επιστημών και της εγκόσμιας φιλοσοφίας, διαχωρίζεται από την αλήθεια της θεολογίας. Αντικείμενο των επιστημών είναι ο υλικός κόσμος. Έτσι εκείνο που είναι αληθινό για τη νόηση (secundum rationem) μπορεί να είναι εσφαλμένο για τη θεολογία (secundum fidem), και αντίστροφα. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι μέχρι τότε κριτήριο της αλήθειας αποτελούσαν οι γραφές και τα επιστημονικά δεδομένα έπρεπε να εναρμονίζονται με τις αντιλήψεις και τα πιστεύω της Θεολογίας.

 

Για πρώτη φορά, λοιπόν, μετά τον αρχαίο κόσμο ο κόσμος των αισθήσεων και της εμπειρίας αποτελεί οδηγό για την εξέλιξη της γνώσης και της νόησης. Η αισθησιοκρατία και ο εμπειρισμός, μπορεί να οδηγήσουν στο υλισμό, μπορεί όμως να οδηγήσουν κάποιον και στον υποκειμενικό ρεαλισμό και τον αγνωστικισμό. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του Χιουμ. Σύμφωνα με αυτόν είναι αδύνατον να αποδείξουμε ότι οι αισθητηριακές εντυπώσεις προκαλούνται από τη δράση εξωτερικών αντικειμένων. Στο μυαλό υπάρχουν μόνο αισθητηριακές παραστάσεις και δε μπορούμε να υποθέσουμε κάποια σύνδεση με εξωτερικά αντικείμενα. Αυτό που αισθανόμαστε και αυτό που βλέπουμε δεν ξέρουμε αν είναι πραγματικό ή μια αντανάκλαση της πραγματικότητας. Από την άλλη η μεταφυσική θεμελιώνεται σε «σκοτεινές και αβέβαιες ιδέες», δεν είναι επιστήμη και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί. «Ας πάρουμε στο χέρι μας, γράφει ο Χιουμ, κάποιο τόμο θεολογίας ή σχολικής μεταφυσικής και ας ρωτήσουμε: Περιέχει οποιοδήποτε αφηρημένο συλλογισμό που να αφορά ποσότητα ή αριθμό; Όχι! Περιέχει οποιοδήποτε πειραματικό συλλογισμό που να αφορά γεγονότα ή εμπειρία; Όχι! Ρίχτε τον τότε στη φωτιά: επειδή δεν περιέχει άλλο από σοφιστείες και πλάνες» [1]. Σαν εμπειριστής, ο Χιουμ συνέχισε τη μεγάλη μάχη εναντίον της μεταφυσικής την οποία άρχισαν οι νομιναλιστές στον ύστερο Μεσαίωνα. Η φιλοσοφία του Χιουμ, η οποία από μια άποψη αντιστοιχεί στο αντιμεταφυσικό και μηχανιστικό πνεύμα των φυσικών επιστημών, θα αποτελούσε το αφετηριακό σημείο του θετικισμού στις αρχές του αιώνα μας.

 

Αλλά ανάμεσα στον Χιουμ και τους θετικιστές παρεμβάλλεται η ορθολογική και αγνωστικιστική φιλοσοφία του Ε. Καντ. Κατά τον Καντ μπορούμε να γνωρίσουμε μόνο τα φαινόμενα, όχι τα πράγματα καθαυτά. O χώρος και ο χρόνος δεν είναι μορφές ύπαρξης των πραγμάτων, αλλά προεμπειρικές (a priori) μορφές της εποπτείας. Η αιτιότητα δεν συνιστά μια αντικειμενική σύνδεση των φαινομένων: είναι a priori κατηγορία της αίσθησης και της νόησης. Η νόηση υπαγορεύει τους νόμους της στη φύση. Έτσι γνωρίζουμε τα πράγματα όχι όπως είναι, αλλά όπως εμφανίζονται στο χώρο και στο χρόνο και με τη διαμεσολάβηση των a priori κατηγοριών της αίσθησης και της νόησης. Γνωρίζουμε τον κόσμο των φαινομένων, όχι τον κόσμο των νοουμένων. Η παραδοσιακή, δογματική μεταφυσική είναι αδύνατη ως επιστήμη και πρέπει να απορριφθεί [2]. 

 

Ο θετικισμός αρχίζει από τις εντυπώσεις των αισθητηρίων και γενικότερα από τα εμπειρικά δεδομένα. Ο θετικισμός, προχωρώντας πέρα από τον αγνωστικισμό του Χιουμ, θεωρεί μεταφυσική, άρα στερούμενη νοήματος, τη θέση ότι ένας αντικειμενικός κόσμος είναι πηγή των εμπειρικών δεδομένων. Οι μόνες επιστημονικές προτάσεις είναι αυτές που μπορούν να ελεγχθούν, και μάλιστα να επαληθευτούν εμπειρικά. Τώρα πια, όπως και στον Χιουμ, δεν πρόκειται για δύο αλήθειες που μπορούν να συνυπάρχουν. Μοναδική αλήθεια είναι η αλήθεια των επιστημών. Οι μεταφυσικές προτάσεις, ιδεαλιστικές είτε υλιστικές, είναι ψευδο-προτάσεις και τα αντίστοιχα προβλήματα ψευδοπροβλήματα. Αυτό που παραμένει σαν καθαυτό έργο της φιλοσοφίας είναι η λογική ανάλυση της γλώσσας των επιστημών [3]. Σε αντίθεση με τα μεγάλα μεταφυσικά συστήματα του 17ου αιώνα και γενικά με τη δεσπόζουσα ιδεαλιστική κατεύθυνση της αστικής φιλοσοφίας, ο θετικισμός, απορρίπτει συνολικά τη φιλοσοφία. Tαυτόχρονα ανάγει την επιστήμη σε τυπικές σχέσεις ανάμεσα στα εμπειρικά δεδομένα τα οποία «υπάρχουν» μετέωρα, χωρίς φυσικό αντίκρισμα, σκιά της πραγματικότητας η οποία απετέλεσε και αποτελεί το θεμέλιο των φυσικών επιστημών.

 

Η προμαρξιστική επιστημολογία έθεσε αλλά δεν έλυσε το πρόβλημα των σχέσεων των επιστημών με τη φιλοσοφία. Ακόμα περισσότερο: η επιστημολογία αυτή, παρά τις αντιμεταφυσικές τάσεις της, δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τη μεταφυσική. Έτσι ταλαντευόταν ανάμεσα στον εμπειρισμό και τα a priori απαγωγικά σχήματα του κλασικού ορθολογισμού. Τελικά, η προμαρξιστική επιστημολογία δεν μπόρεσε να δώσει μια συνεκτική ερμηνεία της εξέλιξης των επιστημών. Σήμερα είμαστε μάρτυρες της παρακμής της θετικιστικής σχολής. Ο Πόππερ, ο Κουν, ο Λάκατος και άλλοι, επιχειρήσαν να εξηγήσουν το γίγνεσθαι των επιστημών. Επίσης η μαρξιστική επιστημολογική σχολή, αντιμετωπίζοντας την επιστήμη σαν μορφή κοινωνικής πρακτικής και την αλήθειά της σα μορφή κοινωνικής συνείδησης, έχει διατυπώσει ερμηνείες και κριτήρια που αντιστοιχούν στη διαλεκτική κίνηση των επιστημών.

 

Σήμερα, όμως η αντίληψή μας για τον κόσμο και τις επιστήμες είναι διαφορετική και πολύ περισσότερο ολοκληρωμένη. Η αντίληψη του κόσμου μέσω των αισθητηριακών ή επιστημονικών οργάνων δε γίνεται με κάποιο μυστηριώδη τρόπο αλλά με πλήρως υλικές και γνωστές διαδικασίες. Τα διάφορα «αισθητηριακά δεδομένα», αντιστοιχούν, σε εξωτερικά υλικά σώματα και διεργασίες. Ο Καντ είναι δυϊστής, ο οποίος χώρισε τον κόσμο σε δύο σφαίρες οι οποίες δεν επικοινωνούν. Η μία είναι η φυσική «πραγματικότητα» (=τα φαινόμενα). Η άλλη, ο κόσμος των πραγμάτων καθαυτά. Η σύγχρονη επιστήμη σύνδεσε τους «δύο» αυτούς κόσμους σε μία και μοναδική πραγματικότητα. Οι φυσικοί νόμοι δεν είναι συμβάσεις. Έχουν οντολογικό αντίκρισμα. Είναι η μεταγραφή, στην ανθρώπινη γλώσσα και στους μαθηματικούς φορμαλισμούς, αντικειμενικών σχέσεων, διεργασιών και οντοτήτων. Οι επιστημονικές προτάσεις υπόκεινται σε εμπειρικό έλεγχο –σε επαλήθευση ή διάψευση. Η εφαρμοσιμότητα του εμπειρικού κριτηρίου εξαρτάται από μια σειρά εξωτερικούς παράγοντες και, πάνω απ΄ όλα, από τις δυνατότητες του πειραματικού ελέγχου, δηλαδή από το επίπεδο της τεχνολογίας. Υπάρχουν «επαληθεύσεις» που είναι εσφαλμένες, Αντίστοιχα, υπάρχουν «διαψεύσεις» που είναι ψευδείς, Υπάρχουν, τέλος, περισσότερο περίπλοκες καταστάσεις, όπου είναι δύσκολο να εφαρμοσθεί απ΄ ευθείας το κριτήριο της επαλήθευσης/διάψευσης. Η παρατήρηση και το πείραμα είναι αποφασιστικές στιγμές της επιστημονικής έρευνας. Συχνά, με βάση τα παρατηρησιακά δεδομένα, διατυπώνεται μια επιστημονική υπόθεση. Αυτό βέβαια δεν είναι πάντοτε δυνατό, γιατί συχνά η υπόθεση υπερβαίνει τα δεδομένα και συνιστά ένα γνωσιακό άλμα.

 

Η εξέλιξη των επιστημών είναι η ιστορική διαδικασία η οποία μετασχηματίζει το άγνωστο σε γνωστό, αποκαλύπτει την ύπαρξη λανθανουσών οντοτήτων και σχέσεων, και διατυπώνει τις εσωτερικές, γενετικές σχέσεις που καθορίζουν τα φαινόμενα. Ολόκληρη η ιστορία της επιστήμης είναι μια πορεία από τα φαινόμενα στη γνώση των εσωτερικών μηχανισμών, από την περιγραφή στην εξήγηση των φαινομένων. Ο νεότερος θετικισμός, με τη σειρά του, ισχυρίζεται ότι οι θεωρίες είναι αποδεκτές όχι ως αληθείς, αλλά ως επιβεβαιωμένες σε υψηλό βαθμό. Ο θετικισμός και γενικά οι φορμαλιστικές επιστημολογίες έχουν μια άκαμπτη αντίληψη για την αλήθεια και το σφάλμα: μια πρόταση είναι αληθής ή ψευδής –tertium non datur. Αλλά η επιστημονική αλήθεια είναι ιστορικά καθορισμένη– είναι αντικειμενική και ταυτόχρονα όχι απόλυτη (όχι απόλυτα εξαντλητική) αλλά σχετική.

 

Το ερώτημα της αλήθεια ή του ψεύδους μιας πρότασης δε μπορεί να απαντηθεί με κατηγορηματικό τρόπο. Μια θεωρία μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να  είναι ορθή κάτω από περιορισμένες συνθήκες, όπως π.χ. η Νευτώνεια μηχανική, ή μια θεωρεία να επαληθευτεί η να διαψευστεί μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι φιλοσοφικές θεωρίες έχουν νόημα και λόγω ύπαρξης θέτουν ερωτήματα και υποθέσεις, τα οποίο κάποια στιγμή μπορεί να γίνουν επιστημονικά και να απαντηθούν [4].

 

Η επιστήμη αλλάζει. Αλλάζει βαθμιαία, «ήπια», σε ομαλές περιόδους. Σε περιόδους κρίσης, όμως, αλλάζει επαναστατικά. Οι επιστημονικές επαναστάσεις καθορίζονται πρωταρχικά από αντικειμενικούς παράγοντες, από τους οποίους ο πιο κρίσιμος είναι η αντίθεση ανάμεσα στην παλιά θεωρία και τα νέα εμπειρικά δεδομένα. Αλλά, επανάσταση δεν σημαίνει τυπική άρνηση. Σημαίνει διαλεκτική υπέρβαση. Η αμφισβήτηση του παλιού δεν είναι αρκετή για την εξέλιξη της επιστήμης. Αυτό συνίσταται με τη συγκρότηση, μια νέας θεωρίας. Η νέα αυτό θεωρία αποτελεί μια επαναστατική διαδικασία για την επιστήμη. Οι δύο θεωρίες είναι επιστημονικά διαφορετικές. Ταυτόχρονα, η νέα δέχεται την παλαιά σαν οριακή ή σαν ειδική περίπτωση [5]. Και η νέα τώρα έρχεται εξ αρχήν να τεθεί στον έλεγχο της εμπειρίας και του πειράματος. Η συγκρότησή της αποτελεί από μόνη της ένα άλμα. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα οι προβλέψεις της μπορεί να μην είναι δυνατόν να ελεγχθούν με την υπάρχουσα τεχνολογία και να χρειαστεί χρόνια της τον εμπειρικό και πειραματικό έλεγχό τους. Η εξέλιξη των επιστημών είναι μια σειρά από τέτοια άλματα, τομές και συγκρούσεις. Δεν είναι μια ομαλή και συνεχής και εξελικτική διαδικασία.

 

[1] D. Hume, Enquires Concerning Human Understanding, Oxford, Clarendon Press.

 

[2] E. Kant, Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική (μετ. Γ. Τζαβάρα), Δωδώνη, 1982.

 

[3] Βλ. Carnap, Φιλοσοφία και Λογική Σύνταξη, Εγνατία.

 

[4] E. Bitsakis, Sciluce et Philosophie

 

[5] Βλ. P. Feyerabent, Against Method, Verso Edition, 1982 και Th. Kuhn, The Structure of Scientific Revolutions, Univ. of Chicago Press, 1970.

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.