Δύο μαύροι άγγελοι

 

Τα πρώτα Χριστούγεννα χωρίς τον πατέρα, θα είναι πάντα μία πινέζα κατά το μέρος της καρδιάς. Άδειο το τραπέζι και ακόμη πιο άδειο, το σπίτι, τα δωμάτια, η διπλανή κρεβατοκάμαρα. Περισσότερο, για τα βήματα και τα μετρημένα του λόγια.


Όσο και να ψάξεις πια στην αγορά της πόλης, τίποτε δε γίνεται αφορμή για γιορτή. Όσοι το έζησαν, κατέχουν την ανατομία αυτού του άλγους. Ένα μπούκωμα - που δεν είναι ούτε μιζέρια, ούτε αδικαιολόγητη κακοκεφιά - έχει σχεδόν σφηνωθεί κατά το στέρνο, στερώντας σου, μέχρι και αυτή την πρόθεση να προσποιηθείς τον ανέμελο και ευτυχή.                    

     

Από την άλλη, κοιτάς μέσα σου, μετά από τόσα «νοσοκομειακά» Χριστούγεννα, οπότε τα περιθώρια διαφυγής στενεύουν ακόμη περισσότερο. Τα αναχώματα του μετώπου, θαρρείς, υποχωρούν, οι εφεδρείες σε προδίδουν…  Με πολύ πόνο στο σώμα, με κάποιες νύχτες αξημέρωτες και με μία ψυχή που έχει καταπονηθεί πια να παλεύει, δεν περισσεύουν και πολλά για να πορεύεσαι.                                                                                                                                                   

Από αυτές τις γιορτές, όμως, κρατώ μονάχα μία σκηνή. Για εμένα, ίσως η μοναδική εκεχειρία με τον πόνο, την απώλεια, το δέος του θανάτου. Κάπου ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την πρωτοχρονιά, είχα δουλέψει όλο το πρωινό πάνω από τον υπολογιστή, μέχρι που αποφάσισα να βγω έξω στον πρωινό Ήλιο, για να μη ρετάρω. Πήρα το τρίκυκλο ποδήλατο μου και κατευθύνθηκα προς το κέντρο. Διάλεξα, ως συνήθως, να διασχίσω την ίδια διαδρομή, μέσα από στολισμένους δρόμους, που δεν είχαν να μου πουν τίποτε, για να σκιρτήσουν κάποια παιδική προσμονή στην καρδιά.


Έφτασα στον πεζόδρομο της Ρ. Φεραίου και ένιωθα σαν ένα εξόριστο ψάρι, που αναγκαζόταν να διασχίσει ένα δρόμο, με οικογένειες που προσπαθούσαν να υποδυθούν ένα θαύμα, που δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί.

Πρωτίστως μέσα μας.


Η καρδιά, το ίδιο δύσθυμη. Λες και τα πολύχρωμα λαμπιόνια φώτιζαν το μέσα απροσμέτρητο κενό.  Μέχρις ότου τούς συνάντησα μπροστά μου. Μία οικογένεια, τόσο, μα τόσο διαφορετική από τις άλλες. Αυτές που ντύνονται με τα καλά τους - άγνωστο για τί - και επελαύνουν σε αγορές, που δεν έχουν τίποτε να πάρουν και ακόμη λιγότερα να προσφέρουν.


Όχι όμως αυτοί, όχι αυτοί οι τέσσερις...Ο πατέρας είχε φορτωθεί στους ώμους, τον ένα μικρούλη του και έπιανε από το χεράκι το δεύτερο, συνομήλικο σποράκο του. Γοητευτικός ο άντρας, κούκλοι οι σπόροι. Η ευλογία, που κάθε γονιός θα ευχόταν για τη φαμίλια του. Όσο για τη μητέρα ήταν δίπλα τους και μιλούσε στο κινητό. Τα μάτια της βεβαίως ήταν κολλημένα στους τρεις άντρες του σπιτιού της.

 

Περιττό να πω τί έκαναν οι σπόροι, όταν είδαν το τρίκυκλο ποδήλατο. Ο Γιάννης και ο Διονύσης. Οι αγγελικές τους φωνούλες λες και διασταυρώθηκαν ξαφνικά, μπροστά σ’ ένα συγκρουόμενο ενός Λούνα Παρκ… "Μπαμπά, αυτό, μπαμπά πώς, μπαμπά να κάνουμε μία βόλτα, μπαμπά πού θα βρούμε και εμείς;"  

Γελαστοί, χαρούμενοι, ασφαλείς, ευτυχισμένοι. Και ο μπαμπάς, μόνο να γελά και να μιλά μαζί μου και μαζί τους.

Για τα μικρά και τα μεγάλα, που μας ενώνουν ή μας χωρίζουν.


Και είχε όλες τις αφορμές του κόσμου, για να γελά ετούτα τα Χριστούγεννα. Γιατί αυτός ο μπαμπάς είχε πρωτίστως, κάθε λόγο να γελά και να είναι περήφανος για τον Διονύση και τον Γιάννη του! Ήταν, βλέπεις, τα δύο μοναδικά μαυράκια μέσα σε μία λαοθάλασσα λευκών. Και το σημαντικότερο; Ήταν τα παιδιά τους.


Δύο μαύροι άγγελοι, που το μερτικό τους στη ζωή θέλησε να κληρωθούν και να μεγαλώσουν σε μία Ελληνική οικογένεια δύο νέων ανθρώπων, ακομπλεξάριστων και τρισχαριτωμένων. Η μόνη ελπιδοφόρα εικόνα μέσα σε μία θάλασσα ανυποψίαστων περαστικών...                                                                                                        

 

Για την αγάπη και τα μύρια θαύματα της, που θα έπρεπε πρωτίστως να γιορτάζουμε.

 

 

 

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.