«Η ζωή είναι ωραία»

Κυριακή, 18 Δεκέμβρη, 2017. Για τα δεδομένα της μικρής μας πόλης, η απόφαση υπήρξε πρωτοφανής, σχεδόν γενναία…Γιατί, όταν σε μία επαρχιακή πόλη, ο γηγενής πληθυσμός  παραμένει εν πολλοίς δέσμιος των προκαταλήψεων και των ρατσιστικών στερεoτύπων, τότε μέχρι και το αυτονόητο - το να μιλήσεις δηλαδή για το Δίκαιο και την Ανθρωπιά - ίσως και να φαντάζει πια γενναίο. Ιδίως, αν πρέπει να βρεις το θάρρος, και να το φωνάξεις στο κέντρο της αγοράς του Δήμου. Και κυρίως, την πρώτη φορά ∙ όταν θα πρέπει να φορέσεις την α-φοβία κατάσαρκα στο στήθος. 

                                                        

Όμως, αυτό που αποσιωπούσε ή παρέβλεπε το σώμα της πόλης, κάποιοι νέοι μουσικοί, ούτε το αγνόησαν, ούτε το προσπέρασαν. Γι’ αυτό και η ορχήστρα «Νυκτών οργάνων» του Δήμου Πατρέων αποφάσισε ομόφωνα να δώσει μία συμβολική συναυλία αλληλεγγύης, για όσους πρόσφυγες και μετανάστες λαθροβιούν εδώ και καιρό στο κουφάρι του ερειπωμένου εργοστάσιου «Λαδόπουλος». Διωγμένοι από τον τόπο τους και ξεχασμένοι στον τόπο μας. Όλα προγραμματισμένα, εκτός από μία απρόβλεπτη ανατροπή.

 

Μία ανάσα πριν τα Χριστούγεννα, το εμπόδιο φάνηκε να το βάζουν οι Ουρανοί…Όλο το προηγούμενο βράδυ και όλο το πρωινό, έβρεχε ο Θεός με το Θεό. Θαρρείς και τα σύννεφα βάλθηκαν να δοκιμάσουν - γιατί όχι - ακόμη και ν'αναβάλλουν τη νεανική πρωτοβουλία. Η απογοήτευση, αναπόφευκτη. Ακούγοντας την ασταμάτητη βροχή, μία έγνοια με βασάνιζε: «Θα τα καταφέρουν; Θα γίνει τελικά; Θα το τολμήσουν και πού θα το κάνουν; Θα υπάρχει, τέλος, κοινό ή θα ναρκωθούμε στη θαλπωρή του σπιτιού μας, όντας και πάλι απόντες;»

 

Όταν έφτασα στο χώρο, το σκηνικό της εγκατάλειψης παρέπεμπε σε σκηνές από έργα του Θ. Αγγελόπουλου. Άνθρωποι-σκιές να περιφέρονται βιαστικά από τοίχο σε τοίχο. Η υγρασία και το κρύο διαπεραστικά. Κάποιοι θαμώνες, κλεισμένοι στα αυτοκίνητά τους και οι μουσικοί άφαντοι. Όσο για τη βροχή, ανελέητη. Θαρρείς και το «Λιβάδι που δακρύζει» είχε ήδη γίνει ρυάκι και τώρα κινδύνευε να γίνει ποταμός. Ένας θλιμμένος ποταμός, όπως τα όνειρα και τα πρόσωπα δεκάδων ταξιδιωτών, που η Ζωή τούς ξέβρασε στην αμμουδιά του Πατρέα.

 

Σταμάτησα δίπλα σ’ ένα στέγαστρο και ζήτησα, όπως συνήθως, βοήθεια,προκειμένου να στήσω το αναπηρικό μου καροτσάκι. Αμέσως, 3-4 μετανάστες αψήφησαν τη βροχή και με μετέφεραν όπου θα ήμουν προστατευμένος. Σταθήκαμε κάτω από έναν μισογκρεμισμένο τοίχο, ανταλλάξαμε ευχές και βαλθήκαμε να καπνίζουμε, περιμένοντας το θαύμα. Μέχρις ότου διαδόθηκε από στόμα σε στόμα η οριστική απόφαση: «Οι μουσικοί της ορχήστρας είναι αποφασισμένοι να μη φύγουν σήμερα άπραγοι! Ακόμη και κατακλυσμός να γίνει, αυτοί θα παίξουν κάτω από ένα τσίγκο».

Όπως κι έγινε. Σε λίγο, τούς είδαμε να ξετρυπώνουν από ένα κτίριο του Δήμου, κρατώντας στο ένα χέρι το όργανό τους και από το άλλο, μία πλαστική καρέκλα. Λες κι έβλεπες τους πρωταγωνιστές του «Θιάσου» να χτενίζουν τα χαλάσματα των χωριών, από πλατεία σε πλατεία, σε μία Ελλάδα που τότε ήταν βυθισμένη σ'ένα κατάμαυρο σύννεφο. Μόνο που εδώ οι μουσικοί  κρατούσαν, αντί για ακορντεόν και κλαρίνα, μαντολίνα, μάντολες και κιθάρες. Θυμίζοντας, μονολόγησα, τ’ απομεινάρια της Αναγέννησης, σε μία εποχή που δεν εγκυμονεί πλέον την αγάπη, την ελπίδα και την αλληλεγγύη.

 

Όλα έγιναν σχεδόν αθόρυβα. Δίχως μικροφωνικές και κονσόλες. Όπως ακριβώς συνήθιζαν οι πλανόδιοι μουσικοί στα πέτρινα χρόνια…Οι νέοι μουσικοί περπάτησαν σιωπηλά κάτω από τη βροχή, κι έστησαν τ’ αναλόγιά τους κάτω από έναν φθαρμένο τσίγκο. Στη μέση ενός κύκλου με άμμο και πριονίδια - στη δικιά τους, θα έλεγες, φάτνη. Σαν τους μάγους του παλιού παραμυθιού, μονάχα που τα φτωχικά τους δώρα ήταν οι ήχοι απ'τα μαντολίνα τους. Έχοντας για βοσκούς, όλες τις φυλές της γης. Και μοναδικό τους Σωτήρα, τον Άνθρωπο. Αυτόν που πρέπει επιτέλους να θρέψουμε και να προστατέψουμε ξανά στις καρδιές μας.

 

Ο κύκλος άνοιξε και τριγύρω, Έλληνες και ξένοι, στήθηκαν ν’ ακούσουν αυτά τα ασυνήθιστα κάλαντα. Κρατώντας στις χούφτες τους μία κούπα ζεστό τσάι, όπως περίπου συνήθιζαν στα σπίτια τους, πριν τον ξεριζωμό. Οι μουσικοί ετοιμάστηκαν, όλοι σιώπησαν, και οι μελωδίες ξεχύθηκαν στα ερειπωμένα χαλάσματα. Vivaldi, Μάνος Χατζιδάκης, μέχρι και μουσική από τον ξένο κινηματογράφο. Οι καρδιές όλων ημέρεψαν και τα πρόσωπα αναθάρρησαν, γλύκαναν. Όπως συνήθως συμβαίνει όταν οι ψυχές αφουγκράζονται όχι κραυγές, αλλά τον κοινό τους χτύπο. Τα χειροκροτήματα και τα μπράβο, ολόψυχα. Τα χαμόγελα ανυπόκριτα, για να θυμίζουν τον άνθρωπο, που παραμένει μπροστά στη Φύση και τη βροχή, γυμνός κι απροστάτευτος.

 

Στο τέλος, όλοι μαζί ζητήσαμε επίμονα ένα-δύο τραγούδια, για φινάλε. Οι νέοι μουσικοί ήξεραν εκ των προτέρων ποιο τραγούδι θ'άφηναν για αποχαιρετισμό. Και τότε, κάτω από μία τσίγκινη φάτνη, τα μαντολίνα ακούστηκαν με τους στιλπνούς τους ήχους, να παίζουν απαράμιλλα το θέμα της κινηματογραφικής ταινίας "La vita est bella", με πρωταγωνιστή τον R. Benigni.

 

Γιατί στην εποχή μας - όπως η ταινία δηλώνει ξεκάθαρα - η Ζωή μπορεί να είναι ωραία, φτάνει οι άνθρωποι να θέλουν να νιώσουν την ομορφιά που τους ενώνει. Αυτήν που κυλά αιώνια στις φλέβες τους!

 

 

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.