"Ξες ποιος είμαι γώ ρε;"

 

-Την ταυτότητά σας παρακαλώ.

-Αμάν πια μ’ αυτή την ταυτότητα, σαράντα χρόνια έρχομαι εδώ, ακόμα δε με μάθατε;

-Εμένα δηλαδή πώς με λένε;

-Πού θέλετε να ξέρω;

-Ε, σαράντα χρόνια έρχεστε εδώ, ακόμα δε με μάθατε;

-Τι να σας κάνω, δεν είστε και πολύ όμορφος για να σας προσέξω.

(Ήχος σαγονιού που πέφτει στο πάτωμα).

 

Μα να μου πει εμένα ότι δεν είμαι όμορφος;;

 

Υπάρχει μια ειδική κατηγορία ανθρώπων που αντιδρούν στο άκουσμα της πρώτης πρότασης του κειμένου σαν να δέχονται ένα ελαφρύ ηλεκτροσόκ. Από την έκφραση στο πρόσωπό τους, αισθάνομαι θα προτιμούσαν να χτυπήσουν το μικρό δάχτυλο του ποδιού τους σε κάποιο μασίφ κομοδίνο παρά να δώσουν όντως ταυτότητα στον υπάλληλο που τους εξυπηρετεί.

 

Δεν ξέρω αν είναι εγωισμός, άγνοια ή το κλασικό σύνδρομο του «ξες ποιος είμαι εγώ;». Ποιος να είσαι ρε λακαμά οχτώ η ώρα το πρωί στην ουρά;

 

Και παραδόξως, το φαινόμενο αυτό μόνο ταξικό δεν είναι. Έχω δει ευκατάστατους πελάτες αλλά και δημόσια πρόσωπα που ευχαρίστως δίνουν την ταυτότητά τους, αλλά και λούμπεν στοιχεία να στραβομουτσουνιάζουν και μόνο στο άκουσμα της λέξης. Το καλύτερο είναι ότι κάποιοι πρώτα ισχυρίζονται ότι δεν την έχουν, μετά μαλώνουν με μένα, έπειτα μαλώνουν με τον προϊστάμενο που τους λέει ότι έχω δίκιο και στο τέλος τη βγάζουν από το πορτοφόλι τους σαν να μην έγινε τίποτα.

 

Ε, μετά φταίω εγώ κύριοι ένορκοι και κύριοι δικασταί;

 

Εδώ και χρόνια προσπαθώ να δώσω μια ερμηνεία σε αυτό το ιδιαίτερο είδος έπαρσης και μάλλον τη βρήκα την άκρη. Όλοι αυτοί οι τύποι είναι συνήθως ηλικιωμένοι ή, τέλος πάντων, έχουν περάσει τα πρώτα –ήντα. Έχει παρέλθει πλέον η παραγωγική περίοδος της ζωής τους. Κάποτε, όλη η κοινωνία τους γνώριζε, τα καταστήματά τους μεσουρανούσαν, έμπαιναν στις υπηρεσίες και τους χαιρετούσαν όλοι. Η μικρή πλατεία της πόλης ήταν το δεύτερο σπίτι τους, τους γνώριζε όλος ο κόσμος. Αυτό όμως δεν κρατάει πολύ.

 

Τα μαγαζιά κλείνουν, οι άνθρωποι φεύγουν, την πλατεία πλέον καταλαμβάνουν θρασύτατοι νεολαίοι με bmx και άθλια μουσική στα κινητά τους. Η ζωή φεύγει και παίρνει μαζί τους αναμνήσεις, ανθρώπους, παρέες, γενιές ολόκληρες. Και τώρα «όπου και να πας, ζητάνε στοιχεία. Από ποιον; Από μένα!».

 

Κοιτάζω την ταυτότητα που με τα χίλια ζόρια μου έδωσε η κυρία που μου'κανε το «κομπλιμέντο». Μα, σοβαρά τώρα, να μου πει εμένα ότι δεν είμαι όμορφος;

 

Βλέπω μια κουκλάρα στη φωτογραφία, άνετα θα μπορούσε να είναι σταρ του κινηματογράφου. Έτος έκδοσης, 1964. Ξέρω, ξέρω, «εσένα σε ζητούσανε καν και καν». Δεν αμφιβάλλω καλή μου. Κι ας μην ξέρω γιατί τελικά έμεινες ανύπαντρη.

 

Εσύ και τόσοι άλλοι κάποτε ήσασταν το καμάρι του τόπου. Τα τιμημένα νιάτα, που λένε. Δεν είναι η ταυτοποίηση στοιχείων που σας ενοχλεί τόσο. Είναι η ζωή που φεύγει. Μάλλον, εσείς φεύγετε και μένουμε οι υπόλοιποι εδώ. Τώρα όμως είναι μια καλή ευκαιρία για έναν ειλικρινή απολογισμό, μια καλή αυτοκριτική για να δείτε τι αφήνετε πίσω. Και δεν είναι ωραίο να αφήνετε μια αγενή, επιθετική εικόνα.

 

Ξέρετε, για μένα παράδεισος είναι να φεύγεις με ήρεμη καρδιά. Και σας εύχομαι ολόψυχα να πάτε στον παράδεισο. Γιατί στην κόλαση -απ’ ό,τι ακούω τουλάχιστον-  έχει απίστευτη γραφειοκρατία.

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.