Κείμενα από την ιστορία και την κοινωνιολογία των επιστημών: ο Pierre Bourdieu και οι συνθήκες της επιστήμης (ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ)

Με βάση τις αναλύσεις που προηγήθηκαν –βλέπε Πρώτο Μέρος-, πώς να καθορίσουμε σε μια δεδομένη στιγμή τη δομή του επιστημονικού πεδίου; Είναι ακριβώς η δομή της κατανομής του επιστημονικού κεφαλαίου που θα καθορίσει, σύμφωνα με τον Pierre Bourdieu, τη δομή του επιστημονικού πεδίου. Με άλλα λόγια, το αποτέλεσμα των προγενέστερων αγώνων ανάμεσα στους πρωταγωνιστές τους γύρω από την επιστημονική αυθεντία καθορίζει, την κάθε στιγμή, τη μορφή της δομής με την οποία κατανέμεται η εξουσία στο πεδίο, εκφραζόμενη μέσω των θεσμών και ιδρυμάτων του. Η δομή αυτή δεν μένει σταθερή: τροποποιείται συνεχώς μέσω της εφαρμογής στρατηγικών από τους πρωταγωνιστές. Στρατηγικές που στοχεύουν είτε στην διατήρηση της μορφής του πεδίου, είτε στην ανατροπή του, και η επιλογή του στόχου θα εξαρτηθεί από τις θέσεις που καταλαμβάνουν εντός του πεδίου οι πρωταγωνιστές. Σε αυτό το πλαίσιο, η θέση που καταλαμβάνει σε μια δεδομένη στιγμή ένας πρωταγωνιστής είναι το αποτέλεσμα των προγενέστερων στρατηγικών του, οι οποίες με τη σειρά τους εξαρτώνται από τη δομή του πεδίου. Αναδεικνύοντας έτσι μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε δομή και στρατηγικές, ο Pierre Bourdieu επιθυμεί να αναδείξει την εξάρτηση των επενδύσεων ενός επιστήμονα τόσο από την ποσότητα του επιστημονικού κεφαλαίου που έχει ήδη αποκτήσει, όσο και από την ενδεχόμενη θέση του μέσα στο πεδίο. Συνεπώς, η καριέρα του κάθε επιστήμονα θα καθοριστεί από την θέση του στο σύστημα των πιθανών καριερών, που ορίζονται από τη μορφή του πεδίου.

 

Αν το επιστημονικό πεδίο έχει, σε κάθε στιγμή, μια δεδομένη μορφή, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι κι ομοιογενές. Αντίθετα, δεδομένου μάλιστα ότι οι αγώνες που το χαρακτηρίζουν, αφορούν πρωταγωνιστές που διαθέτουν διαφορετικές ποσότητες επιστημονικού κεφαλαίου (με τους κυρίαρχους του πεδίου να διαθέτουν περισσότερο κεφάλαιο από τους κυριαρχούμενους ή τους νεοφερμένους), η δομή του επιστημονικού πεδίου είναι λίγο έως πολύ ετερογενής. Κατά συνέπεια, η φύση των επαναστάσεων που θα προκύψουν στο πεδίο, εξαρτάται ακριβώς από την αναλογία του κεφαλαίου ανάμεσα στους πρωταγωνιστές: όσο πιο ισότιμη είναι η κατανομή του, τόσο πιο πιθανό είναι να συναντήσουμε μικρές, μόνιμες επαναστάσεις. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που καθορίζει την «κανονική επιστήμη» και την ρήξη, είναι οι ίδιες οι διεργασίες του πεδίου, τα ιδρύματα που προσφέρουν τις θεσμικές συνθήκες είτε για την αντικειμενικοποίηση των γνώσεων –κι επομένως για τη συναίνεση-, είτε για τη ρήξη. 

 

Το τελευταίο, και ίσως σημαντικότερο, επιχείρημα του Pierre Bourdieu αφορά τις σχέσεις του επιστημονικού πεδίου με την κοινωνία και τις κοινωνικές συσχετίσεις δύναμης. Στην πραγματικότητα, το επιστημονικό πεδίο συνδέεται με το κοινωνικό, κάτι που γίνεται εμφανές καταρχάς από το απλό γεγονός ότι υπηρετεί τα συμφέροντα των πρωταγωνιστών που βρίσκονται εντός κι εκτός του πεδίου. Την ίδια στιγμή, οι επιστημονικές θεωρίες λειτουργούν ιδεολογικά εντός των αγώνων του πεδίου, καθώς καθιστούν καθολικές τις ιδιότητές του. Στο πλαίσιο αυτό, ό,τι διακυβεύεται στους αγώνες του επιστημονικού πεδίου, αποτελεί επίσης το διακύβευμα στην πάλη των τάξεων στο πολιτικό πεδίο. Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για την εξουσία και την κατανομή της, και γι’ αυτόν το λόγο οι θέσεις των πρωταγωνιστών στο επιστημονικό πεδίο δεν διαθέτουν ποτέ πλήρη ανεξαρτησία από τις θέσεις τους στους κοινωνικούς αγώνες. Αλλά, αν το επιστημονικό πεδίο εξυπηρετεί ταυτόχρονα ενδογενή και εξωγενή του πεδίου συμφέροντα, είναι ακριβώς η αναζήτηση ιδιωτικών συμφερόντων από την πλευρά των επιστημόνων που σε τελική ανάλυση συμβάλλει στην πρόοδο της επιστήμης. Είναι, επομένως, η λογική της αγοράς, μια λογική έμφυτη του πεδίου, που προάγει την επιστημονική ευρηματικότητα και τελικά την πρόοδο του επιστημονικού Λόγου.  

 

Συζήτηση γύρω από τις θέσεις του Pierre Bourdieu

 

Για να αντιληφθούμε τη σημασία και την ευρύτητα της απήχησης των θέσεων του Pierre Bourdieu για την επιστήμη, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη το ιδεολογικό πλαίσιο της δεκαετίας του 70, στο οποίο αναπτύχθηκαν. Πρόκειται για περίοδο όπου η πολεμική γύρω από το ερώτημα της νομιμοποίησης της επιστήμης και των σχέσεών της με οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, καθώς και η αμφισβήτηση της επιστημονικής αυθεντίας, βρίσκονται σε πρώτο πλάνο. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι θέσεις του Bourdieu, που δεν αντιλαμβάνεται την επιστήμη ούτε ως «καθαρή», ανεξάρτητη από κάθε κοινωνικό πλαίσιο, ούτε ως «υποδουλωμένη», υποταγμένη στις κοινωνικές και πολιτικές απαιτήσεις, πρόσφεραν απαντήσεις σε θεωρητικούς που δεν ικανοποιούνταν με τρέχουσες μυθοποιήσεις ή αντίθετα απλουστευμένες καταγγελίες της επιστήμης.

 

Ωστόσο, για να αποδεχτεί κανείς τις προτάσεις του Bourdieu, πρέπει καταρχάς να έχει αποδεχτεί αν όχι όλη, τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της θεωρίας του γύρω από το κοινωνικό, της θεωρίας του των πεδίων. Και είναι ακριβώς αυτό το σημείο που θέτει ένα βασικό ερώτημα στους θεωρητικούς της λεγόμενης «κοινωνιολογίας των δικτύων» ή της «μετάφρασης», και της «συμμετρικής θεώρησης» της επιστήμης [1]: και αν τελικά η κοινωνία δεν χαρακτηρίζεται –τουλάχιστον σε τόση έκταση ή μόνο από- την ύπαρξη πεδίων και από τις συνεπαγόμενες πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ τους; Χωρίς αυτήν την εκ των προτέρων παραδοχή σχετικά με τη δομή της κοινωνίας, όπως περιγράφεται από τον Bourdieu, κάθε προσπάθεια να τοποθετήσουμε την επιστήμη στην κοινωνία θα αποδεικνύονταν εξαιρετικά δύσκολη.

 

Το να αποδομήσουμε την επιστήμη χωρίς να αποδομήσουμε αυτό που ονομάζουμε «κοινωνικό» ή «κοινωνία» αποτελεί, κατά τον Michel Callon [2], μια ασύμμετρη θέση, που θέτει σε προνομιούχο θέση την κοινωνιολογία. Η δυνατότητα ωστόσο ενός πραγματικού αναστοχασμού (réflexivité) στις κοινωνικές επιστήμες, καθήκον του οποίου την αναγκαιότητα υπογράμμισε εξίσου και ο Pierre Bourdieu, χρήζει τη θέση υπό αμφισβήτηση και ανάλυση όλων των κατασκευασμάτων του πεδίου των επιστημών: τόσο της εκθειασμένης εικόνας του επιστήμονα, όσο και της προϋπόθεσης μιας κοινωνικής δομής που χρησιμεύει ως ύστατο σημείο αναφοράς. Εν ολίγοις, αποδόμηση τόσο της Φύσης, όσο και του Κοινωνικού. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που ο Bruno Latour, θα προτείνει να «επανοριστεί η κοινωνία ώστε να μπορέσουμε να την χρησιμοποιήσουμε στις «κοινωνικές» μελέτες της επιστήμης» [3], καθώς οι έννοιες της κοινωνικής δομής και του πεδίου ως έχουν, δεν φαίνεται να επαρκούν στο να αντιληφθούμε πραγματικά την πολύπλοκη και λιγότερο άτεγκτη πραγματικότητα της επιστήμης.

 

Επιπλέον, το να προσδώσουμε στην επιστήμη μια κάποια αυτονομία που θα εγγυόνταν εν τέλει την ανάδυση της επιστημονικής αλήθειας, δεν αφήνει πολλά περιθώρια στην επεξεργασία των ενδεχόμενων σχέσεων ανάμεσα στις επιστημονικές γνώσεις και στις τοπικές ή ακόμη «λαϊκές» γνώσεις. Άλλωστε, για τον Pierre Bourdieu, πρόκειται για «επιστήμη» και όχι για «επιστήμες», για «πρόοδο του Λόγου», καθήκον το οποίο φέρουν αποκλειστικά οι επιστήμονες, για να το μεταδώσουν στη συνέχεια στην υπόλοιπη κοινωνία. Ωστόσο, αυτό που τείνουν να αναδεικνύουν μεταγενέστερα ρεύματα της κοινωνιολογίας και της ιστορίας των επιστημών [4], είναι ακριβώς ότι δεν μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε πλέον τις σχέσεις ανάμεσα στις επιστημονικές γνώσεις και την κοινωνία με μονοδιάστατο τρόπο: αντί να αναζητούμε πώς επιβάλλονται αυτές οι γνώσεις στην κοινωνία, ή πώς η κοινωνία επιτρέπει ή εμποδίζει τις επιστημονικές γνώσεις, προτείνεται να μελετήσουμε το πώς οι δυο αυτοί πόλοι συν-διαμορφώνονται ή σε κάθε περίπτωση αλληλοεπιδρούν.  

 

Οι παραπάνω κριτικές δεν μειώνουν τη μέγιστη σημασία της θεωρίας του Pierre Bourdieu: η έννοια του κεφαλαίου και του επιστημονικού συμφέροντος, καθώς και η θεώρηση του ρόλου των επιστημονικών θεσμών και ιδρυμάτων, επέτρεψαν τη στροφή του ενδιαφέροντος σε αντικείμενα ερευνών που έως εκείνη τη στιγμή δεν λαμβάνονταν υπόψη. Το να μην αντιλαμβανόμαστε πλέον μόνο απομονωμένους επιστήμονες, αλλά και ιδρύματα, καριέρες και θέσεις εντός του επιστημονικού πεδίου, επιτρέπει την ανάδειξη μιας ευρύτερης δυναμικής συσχετίσεων και μιας πολυπλοκότητας των σχέσεων ανάμεσα στους επιστήμονες και την κοινωνία τους. Σε τελική ανάλυση, η θεώρηση του Pierre Bourdieu σχετικά με την επιστήμη χαρακτηρίζεται από την αγωνία να αντιληφθεί κανείς τις δυνατότητες αλλαγής της επιστήμης, κάτι που επιτρέπει εν τέλει την δυνατότητα παρέμβασης και κριτικής, χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια κοινωνιολογία και μια ιστορία του ίδιου του πεδίου για το πεδίο, εν ολίγοις σε μια θεωρητικοποίηση εκ των έσω.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

    

[1] βλέπε ενδεικτικά τους Bloor, D. (1984), "The strengths of the strong programme", Scientific rationality: The sociological turn, σελ. 75-94, Collins, Η. (1981), "Introduction: Stages in the empirical programme of relativism", Social studies of science, 11(1), σελ. 3-10, Callon, M. (1981), "Pour une sociologie des controverses technologiques", σελ. 381-399, Latour, B., Woolgar, S. (1979), Laboratory life, Beverly Hills: Sage.

 

[2] Callon, M. (1986), Eléments pour une sociologie de la traduction : la domestication des coquilles St Jacques et des marins-pêcheurs dans la baie de Saint-Brieuc, L’Année sociologique, σελ. 169-208.

 

[3] Latour, B. (2001), Pasteur : guerre et paix des microbes, Paris : La Découverte

 

[4] βλέπε ενδεικτικά Irwin A., Wynne B. (eds) (2003), Misunderstanding science? The public reconstruction of science and technology, Cambridge University Press, Dodier N. (2003), Leçons politiques de l’épidémie de SIDA, Paris : EHESS.

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.