Δίκαιο και κοινωνία στην Κούβα: Η περίπτωση του ποινικού κώδικα (ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ)

4. Το ποινικό δίκαιο της Κούβας

 

4.1. Ιστορική αναδρομή

 

Η δεκαετία πριν από τη νικηφόρα έκβαση της Επανάστασης, δηλαδή τα έτη 1948 – 1958, χαρακτηρίστηκε από μια έντονη εγκληματική δραστηριότητα που συνδεόταν άμεσα με την άνοδο της τότε αναδυόμενης βιομηχανίας του τουρισμού. Ένα μέρος των τουριστών συνδεόταν στενά με τον τζόγο, τα ναρκωτικά και την πορνεία που ελέγχονταν από την αμερικανική μαφία. Αυτή η εποχή χαρακτηρίζεται από την ισχυρή επίδραση του ρεύματος του θετικισμού στην Κούβα. Η ποινική νομοθεσία της εποχής, η οποία ήταν βασισμένη στον Ισπανικό Ποινικό Κώδικα του 1870, μετατράπηκε σε νόμο το 1936, γνωστό και ως Κώδικα Κοινωνικής Άμυνας, ο οποίος εμπνεόταν από την αρχή της κοινωνικής άμυνας κατά του εγκλήματος.

 

Τα πρώτα χρόνια της επαναστατικής περιόδου (1952-1962) χαρακτηρίζονταν από μια αύξηση της δίωξης των εγκληματικών δραστηριοτήτων η οποία έφτανε στο πιο υψηλό ιστορικό επίπεδο μέχρι εκείνη τη στιγμή, καθώς συνοδευόταν από την καταγγελία και την καταγραφή χιλιάδων βιαιοπραγιών από το τυραννικό καθεστώς του Μπατίστα αλλά και την εκστρατεία καταστολής των εγκλημάτων που σχετίζονται με τον τζόγο, τα ναρκωτικά και την πορνεία. Αρχικά εφαρμόστηκε ο Κώδικας Κοινωνικής Άμυνας, αλλά η αυξανόμενη πολιτική αντιπαράθεση είχε ως αποτέλεσμα το 1959 μια συνταγματική μεταρρύθμιση, με την οποία ορίζονταν τα αντεπαναστατικά εγκλήματα, ενώ επετράπη η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων ατόμων που συμμετείχαν σε αντεπαναστατικές ενέργειες (όπως οργάνωση σχεδίων δολοφονίας κατά των ηγετών της Επανάστασης και κυρίως του Φιντέλ Κάστρο, δολιοφθορές, συνεργασία με την CIA για την στρατιωτική εκπαίδευση και εξοπλισμό τρομοκρατικών ομάδων στο νησί με σκοπό την ένοπλη δράση, διάδοση συκοφαντιών από αντεπαναστατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς  και έντυπα κτλ.) [21].

 

Την επόμενη δεκαετία (1963-1973) συνεχίστηκε η εκστρατεία για την αντιμετώπιση της πορνείας, των ναρκωτικών και του τζόγου αλλά και νέων εγκλημάτων που άρχισαν να αυξάνονται όπως η κερδοσκοπία και ο παράνομος πλουτισμός, ως αποτέλεσμα της έλλειψης προμηθειών εκείνης της περιόδου. Επίσης συντελέστηκε μια ριζοσπαστικοποίηση της επαναστατικής διαδικασίας, κυρίως από το 1966 και μετά. Συγκεκριμένα το 1968, υιοθετήθηκε μια δέσμη μέτρων που οδηγούσε στην εξαφάνιση της μικρής εμπορικής ιδιοκτησίας, με την εθνικοποίησή της. Η μόνη ιδιοκτησία που παρέμεινε ιδιωτική ήταν η μικρή αγροτική ιδιοκτησία. Τη δεκαετία αυτή, η εγκληματολογική επιστήμη δέχτηκε ισχυρή επιρροή από τις επιστήμες της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας ενώ άρχισε μια φάση απογείωσης των εγκληματολογικών ερευνών.

 

Η  περίοδος 1974 – 1980 είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αλλαγή της πολιτικής κατεύθυνσης που είχε ακολουθηθεί μέχρι το 1970. Αυτή η αλλαγή ήταν απαραίτητη για την επανόρθωση λαθών που σημειώθηκαν στον τομέα της οικονομίας, με την πλήρη εξαφάνιση του ιδιωτικού τομέα και με εξαίρεση τη μικρή αγροτική ιδιοκτησία και ένα μέρος των μεταφορών που παρέμεινε σε ιδιωτικά χέρια.  Έτσι υιοθετήθηκε ένα οικονομικό μοντέλο παρόμοιο με εκείνο της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών. Σε αυτή την περίοδο, εμφανίστηκαν εγκλήματα υπεξαίρεσης και άλλων οικονομικών εγκλημάτων κατά της κρατικής σοσιαλιστικής περιουσίας [22].

 

Στον τομέα της ποινικής νομοθεσίας, εγκρίθηκε και ψηφίστηκε ο Ποινικός Κώδικας (Νόμος 21/1979), ο οποίος αντικατέστησε τον Κώδικα Κοινωνικής Άμυνας. Ο νέος κώδικας ήταν βαθιά επηρεασμένος από τους αντίστοιχους ποινικούς κώδικες των άλλων σοσιαλιστικών χωρών. Η καινοτομία που εισήγαγε σε σχέση με τον Κώδικα Κοινωνικής Άμυνας ήταν η αποτύπωση της έννοιας του εγκλήματος σύμφωνα με τη σοσιαλιστική ποινική επιστήμη. Επίσης περιέγραφε τα εγκλήματα με πιο γενικό τρόπο σε αντίθεση με την περιπτωσιολογία του Κώδικα Κοινωνικής Άμυνας. Επίσης, περιελάμβανε περισσότερου είδους κυρώσεις ως εναλλακτική λύση στις στερητικές της ελευθερίας ποινές. Αυτή την περίοδο ήταν έντονη η επιρροή της μαρξιστικής–λενινιστικής εγκληματολογίας, η οποία ανθούσε στις ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες. Έτσι μεγάλο μέρος ερευνητών, εγκληματολόγων και κοινωνιολόγων αξιοποίησαν την εμπειρία χωρών που είχαν επεξεργαστεί ιδεολογικά και πρακτικά το ζήτημα. Από την άλλη όμως, η κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική πραγματικότητα της Κούβας διέφερε σημαντικά από εκείνη των άλλων σοσιαλιστικών χωρών και η δογματική μεταφορά και μελέτη της εγκληματολογικής θεωρίας δεν ωφελούσε. Ωστόσο, υπήρχαν και οι φωνές εκείνες που τόνιζαν την ανάγκη προσαρμογής της θεωρίας αυτής στην κουβανική κοινωνία.

 

Τα έτη 1981 – 1984 χαρακτηρίστηκαν από την επιβολή αυστηρών ποινών κυρίως για αξιόποινες πράξεις εναντίον της οικονομίας και της περιουσίας, οι οποίες έφταναν στο 65 – 70% των συνολικά καταγεγραμμένων εγκλημάτων. Αυτό το υψηλό ποσοστό είχε να κάνει με τα λειτουργικά προβλήματα του οικονομικού μοντέλου που ακολουθούσε η χώρα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Πάντως το σημαντικότερο στοιχείο αυτής της περιόδου είναι η ανάπτυξη επικοινωνίας με εγκληματολογικές θεωρίες και ρεύματα που ίσχυαν στην Λατινική Αμερική, αλλά και με τις τρέχουσες θεωρίες του ποινικού δικαίου της Ισπανίας και της Γερμανίας. Άρχισε να αναπτύσσεται μια πιο συνεκτική και ορθολογική άποψη για το έγκλημα, επισημάνθηκε η αναποτελεσματικότητα της δογματικής μεταφοράς της σοσιαλιστικής εγκληματολογίας και τονίστηκε ότι υπάρχουν αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες που καθιστούν δυνατή την παραγωγή εγκλήματος στην υπό κατασκευή σοσιαλιστική κοινωνία. Η διαδικασία αυτή κορυφώθηκε με την ποινική μεταρρύθμιση του 1987. Η μεταρρύθμιση αυτή εισήγαγε την αποποινικοποίηση ελαφρών εγκλημάτων και εισήγαγε νέες ποινές ως υποκατάστατο των στερητικών της ελευθερίας ποινών, όπως η εργασία σε σωφρονιστικό κατάστημα, με ή χωρίς εγκλεισμό, ενώ επεκτάθηκε η χρήση της ποινής του προστίμου [23].

 

Η περίοδος από το 1989 και μετά χαρακτηρίστηκε από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Κούβας ως αποτέλεσμα του μακροχρόνιου αμερικανικού αποκλεισμού, της πτώσης του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, αλλά και των διαρθρωτικών προβλημάτων της οικονομικής της πολιτικής. Μέσα στα πλαίσια αυτά, οι συγκρούσεις και οι κοινωνικές εντάσεις στην κοινωνία αυξήθηκαν και συνεπώς εκδηλώθηκαν διάφορων μορφών εγκλήματα. Η κρατική εξουσία όμως αντέδρασε έγκαιρα με την αλλαγή της ποινικής νομοθεσίας. Ένας λοιπόν από τους σημαντικότερους νόμους που ψηφίστηκαν ήταν ο 140/1993 με τον οποίο αποποινικοποιήθηκε η κατοχή ξένου νομίσματος δίνοντας έτσι την άδεια για την ελεύθερη κυκλοφορία όλων των ξένων νομισμάτων συμπεριλαμβανομένου και του αμερικανικού δολαρίου. Η μεταρρύθμιση αυτή ήταν μια υποχώρηση στην βασική σοσιαλιστική οικονομική κατεύθυνση αλλά ήταν η μόνη επιλογή του κράτους σε αυτή τη δύσκολη ιστορική στιγμή. Επίσης με τον υπ' αριθμ. 150/1994 νόμο εισήχθησαν στον Ποινικό Κώδικα εγκληματικές συμπεριφορές που συνδέονταν με τα ναρκωτικά και την πορνεία, καθώς σημειώθηκε σημαντική αύξηση των εγκλημάτων αυτού του είδους μετά το άνοιγμα της κουβανικής κοινωνίας στον τουρισμό και τις ξένες οικονομικές επενδύσεις. Η Κούβα χρησιμοποιούνταν ως χώρα διέλευσης για εμπόριο σκληρών ναρκωτικών αλλά παράλληλα προωθούνταν και η εγχώρια κατανάλωση. Ως επακόλουθο εκδηλώθηκαν πράξεις βίας και εκβιασμού, εκκαθάρισης λογαριασμών και παράνομη οπλοχρησία. Η Κούβα επίσης χρησιμοποιούνταν ως χώρα διαμετακόμισης και παράνομης μετανάστευσης προς τρίτες χώρες, κυρίως προς τον Καναδά και τις ΗΠΑ ενώ παράλληλα ενθαρρύνθηκε η παράνομη μετανάστευση κουβανών προς τις ΗΠΑ με ταχύπλοα. Τα συμβατικά εγκλήματα, όπως η κλοπή, οι πράξεις βίας και οι δολοφονίες προκαλούσαν αισθήματα φόβου στους πολίτες και γι’ αυτό ελήφθησαν το 1999 αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας που τροποποιούσαν τον ποινικό κώδικα...[24]

 

4.2. Στόχος και βασικές αρχές του κουβανικού Ποινικού κώδικα

 

Ο Ποινικός Κώδικας της Κούβας ψηφίστηκε από την Εθνική Συνέλευση Λαϊκής Εξουσίας στις 29 Δεκεμβρίου 1987 (Νόμος 62/1987). Στόχος αυτού είναι «να προστατέψει την κοινωνία, τους ανθρώπους, την κοινωνική, οικονομική και πολιτική τάξη και το κρατικό καθεστώς,
- να περιφρουρήσει την ιδιοκτησία  που αναγνωρίζεται στο Σύνταγμα και τους νόμους,
- να προάγει την πλήρη τήρηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των πολιτών,
- να συνεισφέρει στην εκπαίδευση όλων των πολιτών στη συνείδηση του σεβασμού της σοσιαλιστικής νομιμότητας, την εκτέλεση των καθηκόντων και την ορθή τήρηση των κανόνων της σοσιαλιστικής συμβίωσης» (άρθρο 1) [25].

 

Για την προστασία των ατομικών ελευθεριών των πολιτών και την αποφυγή μιας ενδεχόμενης κρατικής αυθαιρεσίας κατά την διαδικασία επιβολής της ποινής, ο ποινικός κώδικας θεσπίζει ένα σύνολο αρχών που λειτουργούν ως ασπίδες προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών.

  • Η αρχή της νομιμότητας

Η αρχή της νομιμότητας του εγκλήματος και της ποινής (nullum crimen nulla poena sine lege), συνίσταται σε μια σειρά από επιμέρους αρχές όπως: 1) Ούτε έγκλημα υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς να υπάρχει γραπτός νόμος, 2) Αποκλείεται η θεμελίωση ή επαύξηση του αξιοποίνου κατ’ ανάλογη εφαρμογή ενός ποινικού νόμου, 3) Απαγορεύεται η αναδρομική ισχύς νόμου που θεμελιώνει ή επαυξάνει το αξιόποινο, και 4) Απαγορεύονται οι εντελώς αόριστοι νόμοι.

 

Κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 του Κουβανικού Ποινικού Κώδικα το οποίο ορίζει ότι: «Μπορούν να τιμωρηθούν μόνο όσες πράξεις προβλέπονται ρητά στο νόμο ως εγκλήματα πριν από την τέλεση τους. Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινική κύρωση όταν δεν προβλέπεται στην νομοθεσία πριν την τέλεση της αξιόποινης πράξης» [26]. Επίσης το άρθρο 3 ορίζει ότι: «1. Ο ποινικός νόμος που εφαρμόζεται είναι ο ισχύων κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης. 2. Εντούτοις, ο νέος νόμος ισχύει για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν πριν από την εφαρμογή του, εάν θεωρηθεί ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο. 3. Εάν, σύμφωνα με το νέο νόμο, η πράξη που έχει τιμωρηθεί με ποινή παύσει να χαρακτηρίζεται ως αξιόποινη, η κύρωση που έχει επιβληθεί και τα επακόλουθά της αίρονται αυτοδικαίως. 4. Εάν μετά από την έκδοση της ποινής δημοσιευτεί ευμενέστερος ποινικός νόμος υπέρ του κατηγορουμένου, το δικαστήριο αντικαθιστά την προηγούμενη ποινή με την αντίστοιχη του νέου νόμου,  κατά παρέκκλιση από το δεδικασμένο της προηγούμενης απόφασης» [27]. Με παρόμοιο τρόπο η αρχή αυτή ρυθμίζεται στο άρθρο 7 παρ. 1 του ελληνικού Συντάγματος αλλά και στο άρθρο 1 του ελληνικού ποινικού κώδικα.

  • Η αρχή της επικουρικότητας, του εσχάτου μέσου και του αποσπασματικού χαρακτήρα

Η αρχή της επικουρικότητας προκύπτει από την αρχή της εφαρμογής των ποινικών κανόνων ως έσχατη λύση για την προστασία της κοινωνίας και των πολιτών. Η αρχή του αποσπασματικού χαρακτήρα και της ελάχιστης παρέμβασης συνίσταται στην επιβολή κυρώσεων μόνο σε ποινικά κολάσιμες πράξεις αλλά και στην επιλογή της ηπιότερης, καταλληλότερης και πιο αποτελεσματικής κύρωσης.

 

Στον αναθεωρημένο ποινικό κώδικα του 1987 εντοπίζεται ένας σαφής προσανατολισμός προς την υιοθέτηση των παραπάνω αρχών. Τα βασικότερα σημεία που υιοθετήθηκαν από αυτόν είναι τα εξής: α) Η εξάλειψη στο μέτρο του δυνατού των στερητικών της ελευθερίας ποινών μικρής διάρκειας, β) Ο αποκλεισμός από το αντικείμενο ρύθμισης του ποινικού δικαίου συμπεριφορών με μικρό κοινωνικό αντίκτυπο και σημασία και γ) Η δυνατότητα υποκατάστασης των στερητικών της ελευθερίας ποινών με άλλες εναλλακτικές λύσεις κοινωνικού ελέγχου [28]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άρθρο 8 του ποινικού κώδικα σύμφωνα με το οποίο: «… 2. Δεν αποτελεί αδίκημα η πράξη ή παράλειψη η οποία, ενώ πληροί τα συστατικά στοιχεία, στερείται κοινωνικής επικινδυνότητας λόγω του χαμηλού επιπέδου των συνεπειών της και των προσωπικών συνθηκών του αυτουργού. 3.  Στις αξιόποινες πράξεις, των οποίων το ανώτατο όριο των εφαρμοστέων κυρώσεων δεν υπερβαίνει το ένα έτος στέρησης της ελευθερίας ή είναι πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα τριακόσια πέσος ή και τα δύο, η ενεργούσα αρχή έχει την εξουσία, αντί να παραπέμψει την εξέταση του γεγονότος στο δικαστήριο, να  επιβάλει στον δράστη διοικητικό πρόστιμο, εφόσον η πράξη αποδεικνύεται περιορισμένης κοινωνικής επικινδυνότητας, τόσο λόγω των προσωπικών περιστάσεων του δράστη, όσο και από τα χαρακτηριστικά και τις συνέπειες της πράξης» [29].

  • Η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου

Η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου αποτελεί μία από τις εγγυήσεις απέναντι στην κυρωτική λειτουργία του κράτους. Η ισότητα αυτή δεν θα πρέπει να είναι τυπική, αλλά ουσιαστική (αναλογική). Δεν συνεπάγεται δηλαδή υποχρέωση του νομοθέτη να ρυθμίζει καθ' όμοιο τρόπο καταστάσεις ανόμοιες μεταξύ τους [30]. Όπως ελέχθη και ανωτέρω, στον καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης όπου κυριαρχούν οι εμπορευματικές σχέσεις παραγωγής αναγνωρίζεται η τυπική ισοτιμία του κεφαλαίου με την εργατική δύναμη, η οποία όμως είναι φαινομενική [31]. Αντιθέτως, η αρχή της ισότητας σε ένα σοσιαλιστικό κράτος αποτελεί κεντρική αρχή που υλοποιείται με την κατάργηση όλων εκείνων των μηχανισμών που δημιουργούν και αναπαράγουν διακρίσεις σε οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο.

 

Συγκεκριμένα η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του κουβανικού Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι όλοι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα ενώ το άρθρο 42 απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, θρησκείας, εθνικής καταγωγής, σεξουαλικών προτιμήσεων και κάθε είδους διάκριση που προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η αρχή αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με όλη την ιστορία της κουβανικής κοινωνίας και τους αγώνες της για την κατάργηση της δουλείας, της σωματεμπορίας, της αποικιοκρατίας, των φυλετικών διακρίσεων, της νέο – αποικιοκρατίας, της εκμετάλλευσης των αγροτών, των εργαζομένων και των γυναικών [32].

  • Η αρχή της αναλογικότητας ή της απαγόρευσης της υπερβολής

Η αρχή της αναλογικότητας, η οποία έχει τις ρίζες της στην Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 1789, ορίζει ότι ο νόμος δεν μπορεί να επιβάλλει περισσότερες κυρώσεις από όσες είναι αναγκαίες και ότι οι κυρώσεις αυτές θα πρέπει να είναι ανάλογες με το έγκλημα. Η αρχή αυτή περιλαμβάνει, όπως άλλωστε και στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, α) την αρχή της προσφορότητας των κυρώσεων, β)  της αναγκαιότητας αυτών και γ)  της αναλογικότητας υπό στενή έννοια, σύμφωνα με την οποία είναι θεμιτές μόνο εκείνες των οποίων η βαρύτητα βρίσκεται σε μια παραδεκτή αναλογία με τη σπουδαιότητα του συγκεκριμένου επιδιωκόμενου σκοπού [33].

 

Υπάρχουν ωστόσο στον κουβανικό ποινικό κώδικα ποινικές κυρώσεις των οποίων το ελάχιστο όριο είναι εξαιρετικά υψηλό αλλά στην πρακτική τους εφαρμογή αυτό περιορίζεται από τη δικαστική κρίση. Αυτή η ειδική κατάσταση οφείλεται στις αλλαγές που εισήγαγε ο νόμος 87/1999 σύμφωνα με τον οποίο αυξάνονται τα όρια των ποινών που επιβάλλονται σε ορισμένα οικονομικά αδικήματα.[34] Αρχικά λοιπόν οι δικαστές έρχονταν σε πολλές περιπτώσεις αντιμέτωποι με προβλήματα που έχουν να κάνουν με τις ειδικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε το έγκλημα ή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δράστη, τα οποία δεν δικαιολογούν την αυστηρότητα των κυρώσεων που προβλέπονται. Για το λόγο αυτό ο Κουβανικός Κώδικας Ποινικής Δικονομίας εισήγαγε διατάξεις με τις οποίες εξουσιοδοτεί το δικαστήριο να επανεξετάζει τα όρια των ποινών και σε περίπτωση που θεωρεί ότι το ελάχιστο όριο είναι υπερβολικά υψηλό να αντικαθιστά την ποινή με νέα ηπιότερη. Η λύση αυτή ανταποκρίνεται και στο πνεύμα του άρθρου 47 του Ποινικού κώδικα σύμφωνα με το οποίο «1. Το δικαστήριο ορίζει την έκταση της ποινής, εντός των ορίων που καθορίζονται από το νόμο, υπό την καθοδήγηση της σοσιαλιστικής νομικής συνείδησης και λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τον βαθμό του κοινωνικού κινδύνου της πράξης, τις συνθήκες που το περιβάλλουν, ελαφρυντικές και επιβαρυντικές, και τα κίνητρα του κατηγορουμένου, καθώς και το ιστορικό του, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τη συμπεριφορά του μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης και τις πιθανότητές του για αλλαγή» [35]. Έτσι, στη νομολογία του Ανώτατου Ποινικού Δικαστηρίου της Κούβας, όπου εκδικάζονται εφέσεις κατά των πρωτοβάθμιων ποινικών δικαστηρίων, μπορεί να παρατηρήσει κανείς μια ευρεία εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.

  • Η αρχή της μη επιβολής εξευτελιστικών ποινών

Η αρχή του εξανθρωπισμού των ποινών χαρακτηρίζει την καταγωγή και την εξέλιξη του σύγχρονου ποινικού δικαίου. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η αρχή αυτή ενσωματώθηκε στις διεθνείς συνθήκες και συμβάσεις ως απάντηση στα απάνθρωπα εγκλήματα που είχαν τελεστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στην περίπτωση της Κούβας τηρήθηκε απαράβατα από την εποχή που ξέσπασε η Επανάσταση μέχρι και σήμερα. Ο Φιντέλ Κάστρο χαρακτηριστικά είχε αναφερθεί σε μια ομιλία του στο θέμα αυτό: «Αυτή είναι η μοναδική επανάσταση στον κόσμο που δεν χρησιμοποίησε ποτέ βία ενάντια σε κάποιον φυλακισμένο, ενάντια σε κάποιον συλληφθέντα…» [36]. Κι ενώ λοιπόν η Επανάσταση κληρονόμησε ένα καθεστώς βάναυσων και απάνθρωπων φυλακών, δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για τον εξανθρωπισμό του, δίνοντας έμφαση στην επανακοινωνικοποίηση και επανεκπαίδευση των κρατουμένων με την συμμετοχή τους σε παραγωγικές δραστηριότητες και την ανάπτυξη του πολιτιστικού και μορφωτικού τους επιπέδου [37].

 

Στα πλαίσια αυτά, ορίζονται ρητά τόσο ο σκοπός της επιβολής των ποινών όσο και τα είδη τους. Έτσι λοιπόν το άρθρο 27 του ποινικού κώδικα ορίζει ότι: «Η ποινή δεν έχει μόνο σκοπό να καταστείλει το διαπραχθέν έγκλημα, αλλά και να επανεκπαιδεύσει τους καταδικασθέντες στις αρχές της έντιμης εργασίας, της αυστηρής συμμόρφωσης στους νόμους και του σεβασμού των κανόνων της σοσιαλιστικής συμβίωσης, καθώς επίσης να αποτρέψει τη διάπραξη νέων αδικημάτων, τόσο από τους καταδικασθέντες όπως και από άλλα πρόσωπα» [38].

 

Το άρθρο 28 στη συνέχεια ορίζει τα είδη των ποινών για τα φυσικά πρόσωπα (θάνατος, στέρηση της ελευθερίας, σωφρονιστική εργασία με ή χωρίς εγκλεισμό, περιορισμός της ελευθερίας, πρόστιμο, επίπληξη, αποστέρηση δικαιωμάτων, κατάσχεση, δήμευση αγαθών κτλ) [39], αλλά και για τα νομικά (διάλυση, προσωρινή διακοπή λειτουργίας, προσωρινή ή οριστική απαγόρευση ορισμένων δραστηριοτήτων, πρόστιμο)...Μία λοιπόν από τις ποινές που προβλέπει ο κουβανικός ποινικός κώδικας, όπως παρατηρούμε, είναι και αυτή του θανάτου, γεγονός που εγείρει συζητήσεις για το εάν αποτελεί παραβίαση της αρχής της μη επιβολής απάνθρωπων ποινών. Στην πραγματικότητα όμως η ποινή αυτή εφαρμόστηκε κατά βάση μόνο τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης σε λίγες και πολύ σοβαρές περιπτώσεις κατασκοπείας ή προδοσίας κατά τη διάρκεια του ανταρτοπολέμου στη Σιέρρα Μαέστρα  [40].

 

Στα πλαίσια της αρχής του εξανθρωπισμού των ποινών και της επιβολής εναλλακτικών κυρώσεων στη θέση των στερητικών της ελευθερίας ποινών, ο κουβανικός ποινικός κώδικας καθιερώνει την εφαρμογή κάποιων μέτρων ασφαλείας στις περιπτώσεις ατόμων που από το νόμο θεωρούνται ότι έχουν ροπή προς το έγκλημα ή έχουν ήδη διαπράξει κάποιο ελαφρύ αδίκημα. Ο κώδικας ορίζει την κατάσταση των ατόμων αυτών, ως κατάσταση επικινδυνότητας (άρθρο 72) και την αντιμετωπίζει με ορισμένα στο νόμο μέτρα ασφαλείας, τα οποία έχουν σαν στόχο την επανακοινωνικοποίηση και αναμόρφωσή τους. Στα δύο επόμενα άρθρα, ο κουβανός νομοθέτης συγκεκριμενοποιεί την έννοια της κατάστασης επικινδυνότητας απαριθμώντας συγκεκριμένους δείκτες, όπως είναι η μέθη, ο αλκοολισμός, η ναρκομανία, η αντικοινωνική συμπεριφορά και η νοητική καθυστέρηση. Τα εφαρμοστέα μέτρα ασφαλείας ορίζονται στα άρθρα 76 επ. του κώδικα και μπορεί να είναι θεραπευτικά, αναμορφωτικά ή επιτήρησης από τα όργανα της Επαναστατικής Εθνικής Αστυνομίας (όπως εγκλεισμός σε νοσοκομειακές εγκαταστάσεις, ψυχιατρικές ή αποτοξίνωσης, εγγραφή σε κάποιο εξειδικευμένο κέντρο εκπαίδευσης, με ή χωρίς εγκλεισμό, εξωτερική ιατρική περίθαλψη, εγκλεισμός σε ένα εξειδικευμένο ίδρυμα εργασίας ή εκπαίδευσης κτλ) [41].

  • Η αρχή της ενοχής

Η ενοχή στο ποινικό δίκαιο συνίσταται σε τρία στοιχεία: την ικανότητα προς καταλογισμό, την υπαιτιότητα του δράστη και το άλλως δύνασθαι πράττειν. Η ικανότητα προς καταλογισμό στο ποινικό δίκαιο έγκειται στην απουσία κάποιων κατά βάση έκτακτων και εξαιρετικών λόγων στο πρόσωπο του δράστη, των οποίων η συνδρομή θα συνεπαγόταν το ακαταλόγιστο της συγκεκριμένης πράξης σε ενοχή (όπως ποινική ανηλικότητα, ύπαρξη ψυχικής ασθένειας ή νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του δράστη, διατάραξη της συνείδησης) [42]. Στον κουβανικό ποινικό κώδικα το θέμα ρυθμίζεται καταρχήν στο άρθρο 16 το οποίο ορίζει ότι ποινική ευθύνη έχουν φυσικά πρόσωπα άνω των 16 ετών αλλά και νομικά πρόσωπα [43]. Το ηλικιακό όριο των 16 ετών ορίστηκε από τον κουβανό νομοθέτη λαμβάνοντας υπόψη ότι το Σύνταγμα της Κούβας αναγνωρίζει το δικαίωμα ψήφου σε όλους τους κουβανούς πολίτες άνω των 16 ετών. Μια αξιοσημείωτη διαφορά όμως που εντοπίζουμε με το ελληνικό ποινικό δίκαιο είναι ότι το κουβανικό καθιερώνει ρητά ότι τα νομικά πρόσωπα ενέχονται ποινικά, παίρνοντας θέση σε μια θεωρητική διαμάχη που έχει προκύψει παγκοσμίως γύρω από την θεμελίωση της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων [44]. Για την αντιμετώπιση της εγκληματογόνου δράσης των νομικών προσώπων, μεγάλος αριθμός εκπροσώπων της ποινικής θεωρίας αλλά και εθνικοί νομοθέτες στράφηκαν στην αναζήτηση τρόπων υπέρβασης των πρακτικών δυσχερειών που δημιουργεί κατά την απονομή της ποινικής ευθύνης το κλασσικό μοντέλο της ατομικής ενοχής, με τη θέσπιση της ποινικής ευθύνης νομικών προσώπων στην νομοθεσία τους [45].

 

Στο τρίτο κεφάλαιο του ποινικού κώδικα ορίζονται κάποιοι λόγοι οι οποίοι αποκλείουν την ύπαρξη ποινικής ευθύνης, παρόλο που πληρούνται όλοι οι όροι και οι προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί η πράξη αυτή ως έγκλημα. Οι λόγοι αυτοί είναι η ψυχική ασθένεια, η νόμιμη άμυνα, η κατάσταση ανάγκης, η πλάνη, η εκπλήρωση καθήκοντος και ο ανυπέρβλητος φόβος (άρθρα 21 - 26). Αντίστοιχα στο ελληνικό ποινικό δίκαιο οι περισσότεροι από τους λόγους αυτούς εμφανίζονται ως «λόγοι άρσης του αδίκου». Τέλος, ως προς την υπαιτιότητα, δηλαδή την υποκειμενική επικάλυψη της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος, ο κουβανικός ποινικός κώδικας δεν διαφέρει από τον αντίστοιχο ελληνικό. Αναγνωρίζει δύο μορφές υπαιτιότητας: τον δόλο και την αμέλεια (άρθρο 9) [46].

  • Η αρχή της κοινωνικής επανένταξης  - συνθήκες κράτησης

Η αρχή της κοινωνικής επανένταξης, η οποία αξιώνει από το ποινικό δίκαιο την επιβολή κυρώσεων που αποφεύγουν την αδικαιολόγητη περιθωριοποίηση του ατόμου και τον κοινωνικό του αποκλεισμό, αλλά και η αρχή της μη εξευτελιστικής μεταχείρισης των κρατουμένων βρίσκουν την έκφρασή τους σε όλες τις διεθνείς συνθήκες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην Κούβα, η τήρηση των αρχών αυτών διασφαλίζεται από διατάξεις τόσο του Συντάγματος όσο και του ποινικού κώδικα.

 

Έτσι σύμφωνα με το άρθρο 58 του κουβανικού Συντάγματος: «…Κανείς δεν μπορεί να συλληφθεί παρά μόνο στις περιπτώσεις, με τον τρόπο και με τις εγγυήσεις που θέτουν οι νόμοι. Η σωματική ακεραιότητα του κρατούμενου ή φυλακισμένου είναι απαραβίαστη». Στον κουβανικό Ποινικό κώδικα αντίστοιχα, η αρχή της κοινωνικής επανένταξης των κρατουμένων συνδέεται στενά με την αρχή της αναλογικότητας η οποία παρέχει στο δικαστήριο την δυνατότητα να καθορίσει το είδος και το ύψος της ποινής. Για παράδειγμα, το άρθρο 30 ορίζει ότι τα παιδιά που είναι κάτω από 20 ετών εκτίουν την ποινή τους σε εγκαταστάσεις ειδικά διαμορφωμένες για αυτά και ότι στις φυλακές ισχύει η προοδευτική μέθοδος έκτισης των ποινών προσωρινής στέρησης της ελευθερίας, η οποία συμπεριλαμβάνει και την χορήγηση της υπό όρους ελευθερίας. Στα πλαίσια αυτά, μπορούν να αξιοποιούνται εγκαταστάσεις «ανοιχτές» αλλά και άλλες δυνατότητες επαφής με την οικογένεια του κρατουμένου και την κοινωνία, με την παροχή αδειών μικρής διάρκειας, κυρίως τα Σαββατοκύριακα [47]. Ο κρατούμενος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποβληθεί σε σωματική κακοποίηση ή με οποιονδήποτε τρόπο ταπείνωση ή προσβολή της αξιοπρέπειάς του, ενώ κατά την έκτιση της ποινής, οι κρατούμενοι μπορούν να συμφωνήσουν στην εκτέλεση χρήσιμων εργασιών με αμοιβή και κοινωνική ασφάλιση. Επίσης έχουν την δυνατότητα να ανταλλάσουν αλληλογραφία, να δέχονται επισκέψεις και καταναλωτικά αγαθά και να αξιοποιούν τα μέσα που τους παρέχονται για αναψυχή και αθλητισμό. Τα άτομα κάτω των 27 ετών λαμβάνουν μια τεχνική εκπαίδευση για κάποιο επάγγελμα ενώ το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να χορηγήσει, κατόπιν αιτήματος, άδεια για το χρονικό διάστημα που κρίνεται αναγκαίο (άρθρο 32) [48].

 

5. Επίλογος

 

Το ποινικό νομικό σύστημα της Κούβας υιοθέτησε ένα πλέγμα βασικών αρχών που λειτουργούν ως ασπίδες προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών κατά την διαδικασία επιβολής της ποινής. Η υιοθέτηση των αρχών αυτών συνιστά στην πραγματικότητα την ενσωμάτωση στο ποινικό κουβανικό δίκαιο όλων των κατακτήσεων της ανθρωπότητας από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά. Πολλές από τις αρχές αυτές είναι κατοχυρωμένες στις διεθνείς συνθήκες και συμβάσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και στα εθνικά συντάγματα και τις νομοθεσίες των περισσότερων ευρωπαϊκών και αμερικανικών κρατών. Η τήρησή τους στην Κούβα όμως είναι ουσιαστική και αποτελεί απαράβατο όρο και εγγύηση για τη διαφύλαξη του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της οικονομίας, του πολιτικού και του νομικού της συστήματος, μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο ισχυροποίησης της κατασταλτικής λειτουργίας του κράτους, η οποία αντανακλάται και στο ποινικό δίκαιο [49].

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

[21] Ramon de la Cruz Ochoa, Εl delito, la criminologia y el derecho penal en cuba despues de 1959, Julio de 1999, προσβάσιμο στο http://criminet.ugr.es/recpc/recpc_02-02.html

 

[22] Ramon de la Cruz Ochoa, Εl delito, la criminologia y el derecho penal en cuba despues de 1959, Julio de 1999, προσβάσιμο στο http://criminet.ugr.es/recpc/recpc_02-02.html

 

[23] Ramon de la Cruz Ochoa, Εl delito, la criminologia y el derecho penal en cuba despues de 1959, Julio de 1999, προσβάσιμο στο http://criminet.ugr.es/recpc/recpc_02-02.html

 

[24] Ramon de la Cruz Ochoa, Εl delito, la criminologia y el derecho penal en cuba despues de 1959, Julio de 1999, προσβάσιμο στο http://criminet.ugr.es/recpc/recpc_02-02.html

 

[25] Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento (ARTICULO 1.: 1. Este Código tiene como objetivos: − proteger a la sociedad, a las personas, al orden social, económico y político y al régimen estatal;− salvaguardar la propiedad reconocida en la Constitución y las leyes;− promover la cabal observancia de los derechos y deberes de los ciudadanos;− contribuir a formar en todos los ciudadanos la conciencia del respeto a la legalidad socialista, del cumplimiento de los deberes y de la correcta observancia de las normas de convivencia socialista.)

 

[26] Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento (ARTICULO 2. 1. Sólo pueden sancionarse los actos expresamente previstos como delitos en la ley, con anterioridad a su comisión. 2. A nadie puede imponerse una sanción penal que no se encuentre establecida en la ley anterior al acto punible.)

 

[27] Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento (ARTICULO 3. 1. La ley penal aplicable es la vigente en el momento de la comisión del acto punible. 2. No obstante, la nueva ley es aplicable al delito cometido con anterioridad a su vigencia si es más favorable al encausado. 3. Si, de acuerdo con la nueva ley, el hecho sancionado en una sentencia deja de ser punible, la sanción impuesta y sus demás efectos se extinguen de pleno derecho. 4. Si con posterioridad a la firmeza de la sentencia se promulga una ley penal más favorable para el reo, el tribunal sustituirá la sanción impuesta por la que corresponda de acuerdo con la nueva ley, partiendo del hecho declarado probado en aquella resolución)

 

[28] Arnel Medina Cuenca, Los   principios  limitativos del ius puniendi. su incidencia en la determinacion de la pena y su consagraci0n en las constituciones nacionales y en los instrumentos juridicos adoptados por la comunidad internacional, La Habana, febrero del 2003, p. 19 - 20

 

[29] Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento (ARTICULO 8. 2. No se considera delito la acción u omisión que, aun reuniendo los elementos que lo constituyen, carece de peligrosidad social por la escasa entidad de sus consecuencias y las condiciones personales de su autor. 3. En aquellos delitos en los que el límite máximo de la sanción aplicable no exceda de un año de privación de libertad o de multa no superior a trescientas cuotas o ambas, la autoridad actuante está facultada para, en lugar de remitir el conocimiento del hecho al tribunal, imponer al infractor una multa administrativa, siempre que en la comisión del hecho se evidencie escasa peligrosidad social, tanto por las condiciones personales del infractor como por las características y consecuencias del hecho.)

 

[30] Κ. Χ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2η έκδοση αναθεωρημένη και συμπληρωμένη, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002, σελ. 118.

 

[31]  Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο-κοινωνία-τάξεις, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 58 - 61

 

[32] Miguel Limia David, La concepcion de los derechos humanos en el pensamiento de Fidel Castro, 25/08/2007, προσβασιμο στο file:///C:/Users/user/AppData/Local/Temp/BVF-Los_fundamentos_de_la_concepcion_de_los_derechos_humanos_en_el_pensamiento_de_Fidel_Castro.htm

 

[33] Νικ. Κ. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, Αθήνα, εκδ. Σάκκουλα, 1994, σελ. 18

 

[34] Arnel Medina Cuenca, Los   principios  limitativos del ius puniendi. su incidencia en la determinacion de la pena y su consagraci0n en las constituciones nacionales y en los instrumentos juridicos adoptados por la comunidad internacional, La Habana, febrero del 2003, p. 28

 

[35] Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento (ARTICULO 47. 1. El tribunal fija la medida de la sanción, dentro de los límites establecidos por la ley, guiándose por la conciencia jurídica socialista y teniendo en cuenta, especialmente, el grado de peligro social del hecho, las circunstancias concurrentes en el mismo, tanto atenuantes como agravantes, y los móviles del inculpado, así como sus antecedentes, sus características individuales, su comportamiento con posterioridad a la ejecución del delito y sus posibilidades de enmienda.)

 

[36] Fidel Castro, Los derechos humanos 1959 – 1988, La Habana, edic. Editora Politica,  1989, p. 40 - 43

 

[37] Fidel Castro, Los derechos humanos 1959 – 1988, La Habana,  edic. Editora Politica, 1989, p. 51

 

[38] Ley 62/1987,Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento (ARTICULO 27. La sanción no tiene sólo por finalidad la de reprimir por el delito cometido, sino también la de reeducar a los sancionados en los principios de actitud honesta hacia el trabajo, de estricto cumplimiento de las leyes y de respeto a las normas de la convivencia socialista, así como prevenir la comisión de nuevos delitos, tanto por los propios sancionados como por otras personas.)

 

[39] Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento

 

[40]  Ιγνάσιο  Ραμονέ, Εκατό ώρες με τον Φιντέλ, Βιογραφία σε δύο φωνές, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2007, σελ. 203 – 205 και 422 – 425, 333 – 350 και 448

 

[41] Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento

 

[42] Ν. Κ. Ανδρουλάκης, Ποινικό δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία για το έγκλημα, Αθήνα, εκδ. Σάκκουλας, 2000, σελ.453, 465 - 474

 

[43] Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento

 

[44] Διονύσιος Σπινέλλης, «Ποινικές (;) κυρώσεις σε νομικά πρόσωπα και διαδικασία επιβολής τους», ΠοινΧρ 2003, σελ. 97

 

[45] Αγάπιος Παπανεοφύτου, Ποινική ευθύνη νομικών προσώπων ή των υπόλογων για την δράση τους φυσικών προσώπων;, Συμβολή στον Τιμητικό Τόμο «Ποινικό Δίκαιο-Ελευθερία-Κράτος δικαίου» για τον Γ. –Α. Μαγκάκη,1999, σελ. 211

 

[46] Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento

 

[47] Arnel Medina Cuenca, Los   principios  limitativos del ius puniendi. su incidencia en la determinacion de la pena y su consagraci0n en las constituciones nacionales y en los instrumentos juridicos adoptados por la comunidad internacional, La Habana, febrero del 2003, p. 54

 

[48] Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), διαθέσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento

 

[49] Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία, Δίκαιο και κοινωνία στον 21ο αιώνα, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2014, σελ. 183 - 192

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ν. Κ. Ανδρουλάκης, Ποινικό δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία για το έγκλημα, Αθήνα, εκδ. Σάκκουλας, 2000

 

Νικ. Κ. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, Αθήνα, εκδ. Σάκκουλα, 1994

 

Χ. Δημόπουλος, Εισαγωγή στη σοσιαλιστική εγκληματολογία, Αθήνα – Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1990

 

Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο-κοινωνία-τάξεις, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005

 

Δ. Καλτσώνης, Το Σύνταγμα στη λενινιστική σκέψη, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1997

 

Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία, Δίκαιο και κοινωνία στον 21ο αιώνα, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2014

 

Δ. Καλτσώνης, «Ο Μαρξ για το δίκαιο στη σοσιαλιστική κοινωνία», Δημοσιεύθηκε στο περ. Ουτοπία, τευχ. 94 (2011), σελ. 71-88

 

Δ. Καλτσώνης, «Η επανάσταση στην Κούβα: Παρελθόν και μέλλον», προσβάσιμο στο http://ergatikosagwnas.gr/EA/index.php/diethni/1028-2013-07-25-21-58-12

 

Τ. Κάννον, Η επαναστατική Κούβα, Αβάνα, εκδ. Χοσέ Μαρτί, 1987

 

Β. Χ. Καρύδης, Εγκληματικότητα και κοινωνικός έλεγχος στην ΕΣΣΔ (1917 – 1988), Αθήνα – Κομοτηνή, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1991

 

Λένιν, Κράτος και επανάσταση, Αθήνα, Εκδ. Σύγχρονη εποχή, 2012

 

Κ. Μαρξ, Κριτική τoυ Πρoγράμματoς της Γκότα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1994

 

Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2001

 

Αγάπιος Παπανεοφύτου, Ποινική ευθύνη νομικών προσώπων ή των υπόλογων για την δράση τους φυσικών προσώπων;, Συμβολή στον Τιμητικό Τόμο «Ποινικό Δίκαιο-Ελευθερία-Κράτος δικαίου» για τον Γ. –Α. Μαγκάκη,1999

 

Ε. Πασουκάνις, Μαρξισμός και δίκαιο, Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 1977

 

Ιγνάσιο  Ραμονέ, Εκατό ώρες με τον Φιντέλ, Βιογραφία σε δύο φωνές, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2007

 

Διονύσιος Σπινέλλης, «Ποινικές (;) κυρώσεις σε νομικά πρόσωπα και διαδικασία επιβολής τους», ΠοινΧρ 2003

 

Το Σύνταγμα και το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας της Κούβας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2004

 

Κ. Χ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2η έκδοση αναθεωρημένη και συμπληρωμένη, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002

 

Fidel Castro, Los derechos humanos 1959 – 1988, La Habana, edic. Editora Politica, 1989

 

Arnel Medina Cuenca, Los   principios   limitativos del ius puniendi. su incidencia en la determinacion de la pena y su consagraciοn en las constituciones nacionales y en los instrumentos juridicos adoptados por la comunidad internacional, La Habana, febrero del 2003

 

Miguel Limia David, La concepcion de los derechos humanos en el pensamiento de Fidel Castro, 25/08/2007, προσβασιμο στο file:///C:/Users/user/AppData/Local/Temp/BVF-Los_fundamentos_de_la_concepcion_de_los_derechos_humanos_en_el_pensamiento_de_Fidel_Castro.htm

 

Ley 62/1987, Codigo Penal (Κουβανικός Ποινικός Κώδικας), προσβάσιμο στο http://www.fgr.cu/ordenamiento

 

Ramon de la Cruz Ochoa, El delito, la criminologia y el derecho penal en cuba despues de 1959, Julio de 1999, προσβάσιμο στο http://criminet.ugr.es/recpc/recpc_02-02.html

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στις 23/07/2015 στην ιστοσελίδα του Συλλόγου Γιάννης Κορδάτος ως επιστημονική εργασία.

 

*Δικηγόρος, ΜΔΕ Παντείου Πανεπιστημίου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.