Black Friday: Ένας «μαύρος» αγοραστικός θεσμός

Οι «Μαύρες Παρασκευές» είναι ένας επιχειρηματικός θεσμός που ξεκίνησε από την Αμερική, και που πρόσφατα ήρθε να καθιερωθεί και στην Ελλάδα. Ουσιαστικά, οι καταστηματάρχες ορίζουν πως μία Παρασκευή και για συγκεκριμένο ωράριο, οι τιμές των προϊόντων τους πέφτουν και απευθύνονται στο αγοραστικό κοινό με προσφορές που καμία άλλη στιγμή μέσα στη χρονιά δεν μπορεί να συναντήσει κανείς στα εν λόγω καταστήματα, διευκολύνοντας τους καταναλωτές να αγοράσουν προϊόντα που στις «πραγματικές» τους τιμές θα τους ήταν αδύνατο, και αποφέροντας τεράστια κέρδη για τις επιχειρήσεις τους. Έχει ιδιαίτερη σημασία να συγκρίνουμε την διακήρυξη με το αποτέλεσμα. Αυτό που οι καταστηματάρχες υποστηρίζουν είναι πως βρίσκονται κοντά στις ανάγκες των φτωχών στρωμάτων, αφουγκράζονται την κρίση και τα αποτελέσματα της και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν παρά να παρέχουν διευκολύνσεις στο αγοραστικό κοινό, και πως τα δικαιώματα των εργαζομένων δεν καταπατώνται μιας και δουλεύουν στο συμφωνημένο ωράριο με τις συμφωνημένες αμοιβές.

 

Για αρχή, δεν πρόκειται για διευκόλυνση στην κάλυψη των αναγκών των χαμηλότερων οικονομικά στρωμάτων. Οι καταναλωτές που ποδοπατούν ο ένας τον άλλον, παλεύουν μεταξύ τους, και οριακά ισοπεδώνουν τα «μαύρα» καταστήματα σίγουρα δεν είναι πλούσιοι, μιας και αν ήταν δεν θα περίμεναν την «μαύρη Παρασκευή» για να επιδείξουν κάτω από τις δυσμενείς συνθήκες του συνωστισμού και της φορτισμένης ατμόσφαιρας την καταναλωτική τους μανία. Όμως αν κάποιος τρέχει να προλάβει την προσφορά των 500 ευρώ για μία τηλεόραση, αυτό σημαίνει πως ίσως ζοριζόταν για να την αγοράσει στα 700 ευρώ, αλλά σίγουρα δεν θα ήταν ακατόρθωτο. Μάλιστα αν οι ανάγκες σου φτάνουν το ύψος μιας τηλεόρασης των 500 ευρώ με «πραγματική αξία» στα 700 ευρώ, μάλλον η κάλυψη των απαραίτητων βιοποριστικών αναγκών είναι λυμένη προ πολλού. Δεν υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν στα κατώτερα στρώματα και έχοντας βγάλει κάποια χρήματα στην άκρη  περιμένουν μία προσφορά για να αγοράσουν κάποιο προϊόν της αρεσκείας τους; Πιθανότατα ναι, όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι η πλειοψηφία. Ο παππούς που βγάζει χρήματα στην άκρη για το χαρτζιλίκι του εγγονού και η μητέρα που κάνει δύο δουλειές για να καλύψει τα φροντιστήρια των παιδιών της, δεν αποτελούν ακριβώς target group των «Μαύρων Παρασκευών». Φυσικά δεν είναι μεμπτό να έχεις καλύψει τις απαραίτητες βιοτικές ανάγκες και να περιμένεις κάποια προσφορά για να αγοράσεις ένα προϊόν που θα ήθελες να υπάρχει στο σπίτι σου. Η παραπάνω αναφορά γίνεται ως αντιπαραθετική με το επιχείρημα της κάλυψης των αναγκών των φτωχότερων στρωμάτων.

 

Όσον αφορά στις απροσέγγιστες για την υπόλοιπη χρονιά τιμές, τα ταμπελάκια που έδειχναν τις ίδιες τιμές με τις υπόλοιπες μέρες με την προσθήκη μίας σβησμένης δήθεν προϋπάρχουσας τιμής, δεν λείπουν, αν και πράγματι αποτελούν συντριπτική μειοψηφία. Αυτό που δεν ελέγχεται και που δεν μπορούμε με παρόμοια σιγουριά να υποστηρίξουμε πως ανήκει στη συντριπτική μειοψηφία, είναι το κατά πόσο οι προσφορές ανταποκρίνονται στο επί τοις εκατό αναγραφόμενο ποσοστό.

 

Τέλος –ως προς την αντιπαράθεση με την διακήρυξη των καταστηματαρχών- τα δικαιώματα των εργαζομένων καταπατώνται, και κανείς δεν ισχυρίζεται πως αυτό συμβαίνει υπό το μοναδικό πρίσμα των μη συμφωνημένων απλήρωτων υπερωριών, μία κατάσταση που δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά δεν μπορεί και να υποστηριχθεί ως καθολική. Ως καθολική μπορεί να υποστηριχθεί η κατάσταση των μη συμφωνημένων δυσμενών συνθηκών. Δεν ήταν όρος σε καμία πρόσληψη πως κάποια μέρα, επειδή έτσι θα αποφασίσει ο εργοδότης πως θέλει να λειτουργήσει η επιχείρηση του, ο/ εργαζόμενος/η  θα είναι αναγκασμένος να εξυπηρετεί δέκα άτομα το λεπτό (μιας και τόσα του αναλογούν), να μην παίρνει ανάσα ούτε για μια στιγμή σε μία ατελείωτη ορθοστασία, ή ακόμα και να κάνει τον διαιτητή ανάμεσα σε μανιασμένους καταναλωτές ή τον γιατρό σε ποδοπατημένους καταναλωτές. Συνθήκες εργασίας δεν είναι μόνο τα υψίστης σημασίας ωράρια, αλλά και οι απαιτήσεις αντάξιοι των οποίων πρέπει να φαίνονται δίχως παράπονο οι εργαζόμενοι, αν δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν τη θέση τους.

 

Συμπερασματικά, και εξετάζοντας σε μία γενική κλίμακα τον θεσμό της «Μαύρης Παρασκευής», περιλαμβάνοντας την πολιτισμική, κοινωνική και οικονομική διάσταση, είμαστε σε θέση να υποστηρίξουμε πως πρόκειται για την εμπορευματοποίηση της μειωμένης αγοραστικής δύναμης, που αποφέρει κέρδη στους καταστηματάρχες, δεν ανακουφίζει τα φτωχά στρώματα, διευκολύνει ελάχιστα όσους επιθυμούν i-phone και τηλεοράσεις, αποτελεί βάρος στις πλάτες των εργαζομένων, και δίνει νέα διάσταση στον καταναλωτισμό εισάγοντας το στοιχείο της κανονικοποίησης της κουλτούρας του μανιασμένου ζόμπι, μία κατάσταση που τείνει σε τέτοιες περιπτώσεις να προβληθεί ακόμα και ως μία επιβαλλόμενη στάση για τον προνοητικό καταναλωτή. Τέλος, σημαντικές είναι οι επιπτώσεις στις μικρές-οικογενειακές επιχειρήσεις που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στο ύψος των μεγάλων εκπτώσεων και να υιοθετήσουν τέτοιες πρακτικές, έτσι ώστε να ζημιώνονται σε μεγάλο βαθμό.

 

Οι «Μαύρες Παρασκευές», όπως ακριβώς και οι «Λευκές νύχτες» και οι «εμπορικές Κυριακές» δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση μέτρα από την πλευρά των καταστηματαρχών ως συμβολή στην αντιμετώπιση της κρίσης. Οι μειωμένες τιμές των Παρασκευών, όπως και το άνοιγμα των καταστημάτων τις νύχτες ή τις Κυριακές, δεν είναι αυτό που λείπει από τον μέσο πολίτη για να διευκολύνει την οικονομική του θέση, και οι εργαζόμενοι που δεν αποδέχονται παθητικά τα νέα ήθη και έθιμα αυτών των περιπτώσεων δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μίζεροι ή ως «εχθροί» του καταναλωτικού κοινού. Αποτελούν μέτρα που επιφέρουν απλώς περισσότερα κέρδη στους εργοδότες-καταστηματάρχες. Τον μόνο ρόλο που παίζει η κρίση σε όλο αυτό είναι πως έχει χρησιμοποιηθεί ξανά ως πρόσχημα για να αυξηθεί η εργοδοτική αυθαιρεσία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αποκτά μία νομιμοποιημένη εικόνα, που σε συνδυασμό με την δυσμενή θέση των εργαζομένων, δημιουργεί κατάλληλο περιβάλλον για να οδηγήσει εύκολα τους εργαζόμενους στην αποδοχή της περαιτέρω εκμετάλλευσης. Επιπλέον, το διάστημα της κρίσης έχει φιλοξενήσει ένα πλήθος ιδεολογημάτων που εξυμνούν «φτιαχτές» ανάγκες σε αντίθεση με τις ανάγκες των μίζερων φτωχών που δεν αντιλαμβάνονται την ωφέλεια των μνημονίων, που οδηγούν μέρος των καταναλωτών στην αφομοίωση τέτοιου είδους καταναλωτικής κουλτούρας.

 

Τι μπορούμε να κάνουμε; Είναι αρκετά απλό. Τέτοιου είδους «θεσμοί» δεν επιβιώνουν αν δεν έχουν απήχηση. Να μην αγοράσουμε τίποτα από «μαύρα μαγαζιά», με τον ίδιο τρόπο που δεν θα πατήσουμε σε μαγαζιά καμία «Λευκή νύχτα» και καμία Κυριακή. Να σταθούμε πλάι στους εργαζόμενους, και να αντιμετωπίσουμε τις πραγματικές μας ανάγκες. Έχουμε δικαιώματα να υπερασπιστούμε και μια κοινωνία να φτιάξουμε. Η plasma μπορεί να περιμένει.

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.