"Και να φανταστείς, εγώ φιλόλογος τελείωσα"

Είναι κάποιες μέρες που ξυπνάς γεμάτος ενέργεια και ζωντάνια, έτοιμος να αντιμετωπίσεις όλες τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της καθημερινότητας. Ε, εκείνη δεν ήταν μια από αυτές τις μέρες.

 

Λίγο η κούραση όλης της εβδομάδας, λίγο τα ξενύχτια με τον μικρό, την έβγαζα δεν την έβγαζα εκείνο το πρωί. Φτάνω με τα χίλια ζόρια στο κατάστημα και βλέπω καμιά πενηνταριά άτομα να περιμένουν απ’ έξω. Είχα ξεχάσει εντελώς ότι ήταν τέλη του μήνα, νόμιζα ότι είχαμε κανένα bank run. Εκείνη τη στιγμή, δεν ξέρω, μπορεί και να το προτιμούσα.

 

Τέτοιες μέρες απλά δε μπορώ να βγάλω γραμμή με κανέναν. Δεν επικοινωνώ ρε παιδί μου. Όχι ότι τον υπόλοιπο καιρό υπάρχει συνεννόηση, αλλά τέτοιες μέρες αγγίζουμε το παράλογο. Χτυπάω νουμεράκι.

 

-Καλημέρα, ανάληψη;

 

-Όχι, όχι! Εγώ τα χρήματα ήρθα να πάρω!

 

Για κάποιο λόγο, πάντα γελάω μ’ αυτή την παπαριά. Και την έχω ακούσει εκατοντάδες φορές στη ζωή μου. Εν τω μεταξύ, χρεώνουμε και την καλημέρα; Έχω πει καμιά τριανταριά και δεν έχω ακούσει ούτε μία. Ένιγουεη, ξαναχτυπάω νουμεράκι.

 

Πλησιάζει βαρύς, βγάζει βιβλιάριο και ταυτότητα, και τα χτυπάει στο γκισέ.

 

Ο θρύλος λέει ότι αν έρθεις στο ταμείο, πεις καλημέρα και βγάλεις βιβλιάριο και ταυτότητα ΧΩΡΙΣ να τα χτυπήσεις ή έστω να τα πετάξεις στον ταμία, αρχίζουν όλοι να σε φωνάζουν «ντιγκιντάγκα» και σου κρεμάνε κουδούνια. Δεν φαίνεσαι αρκετά άντρας, πώς να το κάνουμε.

 

Φυσικά, δεν λες στον ταμία τι θες. ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ το ξέρει και σε θυμάται από την προηγούμενη φορά, ας ήταν και έξι μήνες πριν. Αν δεν σε θυμάται, φταίει η εκάστοτε κυβέρνηση και, γενικότερα, το κράτος. Αλλά τέλος πάντων, είσαι μεγάλη καρδιά και τον συγχωρείς. Και του λες και τι θες, επί τη ευκαιρία. Τελειώνετε (ταυτόχρονα) και χτυπάς ξανά νουμεράκι.

 

Επιχειρηματίας, κάτω των σαράντα, έρχεται και γκρινιάζει που περιμένει δυο ώρες στην ουρά και που δεν έχετε ξεχωριστό ταμείο για τους μπίζνεσμεν. Όλοι, εννοείται, θέλουν ξεχωριστό ταμείο. Οι συνταξιούχοι δικό τους, οι λογιστές, οι «μόνο μια καταθεσούλα» και φυσικά οι επιχειρηματίες. Του εξηγείς ότι τα συστήματα έχουν εξελιχθεί και μπορεί μέσω κάρτας ή web banking να κάνει τις μισές και βάλε δουλειές του, χωρίς να πατήσει καν το πόδι του στην τράπεζα, ακόμη κι από το σπίτι του. Βρίσκει εκεί μια δικαιολογία του κώλου για να αρνηθεί, χωρίς να παραδεχτεί ότι είναι απλά τεχνοφοβικός και γεννημένος σπασαρχίδης.

 

Εννοείται πως η συναλλαγή δεν μπορεί παρά να τελειώσει με το κλασικό ρεφραινάκι:

 

"Εσύ δεν έχεις ανάγκη, δουλεύεις οχτάωρο, ενώ εγώ πάνω από δέκα ώρες τη μέρα".

 

ΑΦΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΤΡΩΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ!

 

Κι έχεις και όλους αυτούς που έρχονται τέλος του μήνα, λίγο πριν λήξουν οι προθεσμίες, με είκοσι συναλλαγές ο καθένας, και απαιτούν να εξυπηρετηθούν κι αμέσως. Ρε παιδιά, όταν ο Καζαντζάκης έλεγε “μια αστραπή η ζωή μας, μα προλαβαίνουμε”, δεν εννοούσε να έρχεστε να πληρώσετε τον γαμωΕΦΚΑ τελευταία στιγμή.

 

Ξέρεις πώς θα λυνόταν όμως αυτό; Με το που τελειώνει το ωράριο, τα στυλό κάτω και γεια σας. Πλήρωσε ληξιπρόθεσμα και ξαναέλα τελευταία μέρα μετά άμα θες. Στο Ελλάντα όμως η παράβαση ωραρίου θεωρείται, για κάποιο λόγο, συνώνυμη της ανάπτυξης -ποιάς ανάπτυξης είναι το θέμα- ενώ το να φεύγεις στην ώρα σου δείχνει τεμπελιά και θυμίζει Σοβιετία. Δεν τα λέω εγώ, άλλοι μου τα λένε κι εμένα.

 

Και να φανταστείς, εγώ φιλόλογος τέλειωσα. Ας όψεται όμως η ρημάδα η ανεργία. Αντί να παίζω με τις λέξεις και τα κείμενα, παίζω με τα χαρτονομίσματα και τα δίφραγκα. Δε βαριέσαι. Χτυπάς νουμεράκι.

 

Σκάει μανταμίτσα περιποιημένη, τσουπωτή κι αέρινη ταυτόχρονα. Ακουμπάει στο γκισέ, “καλημέρα σας, θα ήθελα να μου κάνετε μια μεταφορά”. Έτσι, χωρίς βιβλιάρια, χωρίς λογαριασμούς, ταυτότητες, τίποτα. 

 

-Τι να σας πω κυρία μου, τα μάτια σας είναι δυο θάλασσες γαλάζιες.

 

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.