Η "Απελευθέρωση" της Ευρώπης (8 Μαϊου 1945): η άγνωστη επέτειος και η ελληνική εξαίρεση

 

Ο τίτλος της παρούσας ανακοίνωσης μοιάζει να περιορίζει τη θεματική στην ανάλυση μιας μόνο μέρας, που για κάποιους ιδιαίτερους λόγους έχει μια ξεχωριστή σημασία στο εορτολόγιο της Ιστορίας. Ωστόσο, το ζήτημα που θα αναπτύξω φιλοδοξεί να προκαλέσει μια ευρύτερη συζήτηση για τη μνήμη του Β’Παγκοσμίου Πολέμου, για τη θέση που κατέχει στην πολυσυζητημένη κοινή ευρωπαϊκή συλλογική μνήμη η 8η Μαΐου 1945 και για την συμβολική της επίδραση αλλά φυσικά- για να εντάξουμε και την ελληνική περίπτωση- την ανάμνηση μιας επετείου-ευρωπαϊκής στην Ελλάδα. Η παρούσα ανακοίνωση βασίζεται σε μια ανακοίνωση που πραγματοποίησα τον Απρίλιο του 2005 στο Institut National Audiovisuel στο Παρίσι στα πλαίσια συνεδρίου με θέμα την κάλυψη από τα Μ.Μ.Ε. της Απελευθέρωσης της Ευρώπης από το 1945 ως το 2005.


1ο: Τι ήταν η 8η Μαΐου 1945


Η συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας συμφωνήθηκε στις 8 Μαΐου 1945[1]. Η γιορτή αποτέλεσε για πολλούς τότε την απαρχή της νέας Ευρώπης και θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι πραγματικά υπήρξε η αφετηρία για την απαγκίστρωση της Ευρώπης από μια περίοδο εθνικών ανταγωνισμών και την μετάβαση σε μια Ευρώπη που έβλεπε με μεγαλύτερη αισιοδοξία την συμβίωση και τη συνεργασία παρά το ψυχροπολεμικό κλίμα που σχεδόν αμέσως έσκασε σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η 8η Μαΐου 1945 γιορτάζεται έκτοτε ως μια ανάμνηση της μεγάλης συμμαχικής νίκης. Χωρίς να οριστεί ως επίσημη αργία παρά μόνο από ένα δυτικό κράτος –τη Γαλλία κι αυτό μόλις το 1981- η «Γιορτή της Νίκης» όπως ονομάστηκε αποτέλεσε μια από τις κορυφαίες εορταστικές εκδηλώσεις του κομμουνιστικού κόσμου. Η Σοβιετική Ένωση και οι δορυφόροι της θεσμοθέτησαν σχεδόν άμεσα την 8η Μαΐου σαν μια ημέρα εορτασμού του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου» και της επικράτησης επί του φασισμού. Οι εορταστικές εκδηλώσεις για τη νίκη θα ενταχθούν στο συνολικό τελετουργικό πρόγραμμα της κομμουνιστικής ιδεολογίας και θα λάβει ξεχωριστή θέση.

 

Ωστόσο, μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989 οι περισσότερες ανατολικές χώρες κατήργησαν την αργία της 8/5 και διατήρησαν μόνο κάποιες επίσημους αλλά τυπικούς εορτασμούς. Σήμερα η 8/5 (ή η 9/5 κατά περίπτωση) εξακολουθεί να αποτελεί μέρα αργίας και σημαντικών αναμνηστικών εκδηλώσεων στη Ρωσία, τη Μολδαβία, τη Λευκορωσία αλλά και την Τσεχία και τη Σλοβακία. Ειδικότερα στη Ρωσία η μέρα τα τελευταία 15 χρόνια αποτελεί και μια ευκαιρία για τους νοσταλγούς του κομμουνιστικού καθεστώτος να διαδηλώσουν την αντίθεσή τους στην αλλαγή πολιτικο-ιδεολογικής πλεύσης που έχει συντελεστεί. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της Γαλλίας. Γνωρίζουμε όλοι την διττή στάση που τήρησε η χώρα την περίοδο του πολέμου αλλά και το τραύμα που άφησε στο συλλογικό υποσυνείδητο των Γάλλων η «κυβέρνηση του Βισί». Η Γαλλία υπήρξε μια από τις πρώτες χώρες που θεσμοθέτησε τους εορτασμούς της 8/5 – κατά αντιστοιχία της 11/11 δηλ. της λήξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά, ενώ για την ανάμνηση του Μεγάλου Πολέμου θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την θεσμοθέτηση της επετείου ως επίσημης αργίας με τη λογική ότι η Γαλλία ήταν μια από τις νικήτριες χώρες, για την 8/5 μπορούμε να προβούμε σε πολλές υποθέσεις. Είναι ενδεικτικό ίσως των σκέψεων που μπορούμε να κάνουμε ειδικά για την γαλλική περίπτωση ότι η θεσμοθέτηση της 8/5 ως επίσημης αργίας ήταν ένας από τους πρώτους νόμους που ψήφισε η πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Μιττεράν τον Οκτώβριο του 1981.

 

Όσον αφορά τις άλλες νικήτριες χώρες καμιά δεν έχει την 8/5 ως επίσημη αργία, ενώ περιορίζονται σε επίσημες εκδηλώσεις που λαμβάνουν ευρύτερες διαστάσεις κατά τους ανά δεκαετία ή εικοσαετία εορτασμούς. Στις Η.Π.Α., τον Καναδά η 11/11 γιορτάζεται ως η «Μέρα των Βετεράνων». Σ' αυτή τη γιορτή έχουν συγκεντρωθεί οι εορτασμοί και για τους βετεράνους όλων των κατοπινών πολέμων (Β' Παγκόσμιου Πολέμου, Κορέας, Βιετνάμ) δίδοντας -κυρίως στην περίπτωση των Η.Π.Α.- έναν εθνικοπατριωτικό χρωματισμό που ξεφεύγει από τις αναφορές στα συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος, ενώ απούσα είναι πλέον και η οποιαδήποτε ιδεολογική αναφορά (νίκη επί του φασισμού, αγώνας κατά του κομμουνισμού). Αντίθετα προβάλλεται ο ενοποιητικός χαρακτήρας του μεγάλου αμερικανικού έθνους, του προστάτη των αρχών της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Στη Βρετανία, το Βέλγιο, την Ολλανδία οι εορτασμοί της 8/5 φθίνουν. Ούτε λόγος για θέσπιση επίσημης αργίας τη στιγμή που ακόμα και παραδοσιακές αναμνηστικές αργίες θρησκευτικού χαρακτήρα συμπιέζονται από την ανάγκη εξοικονόμησης εργάσιμου χρόνου. Κι όμως ακόμα και σε περιόδους που ο χρόνος μετριέται διαφορετικά και η διατήρηση μιας συλλογικής μνήμης μέσω των εορταστικών εκδηλώσεων μοιάζει ολοένα και περισσότερο παρωχημένη, το 2001 έξι Bέλγοι γερουσιαστές ζήτησαν αν καθιερωθεί επίσημα η 8/5 ως αργία με σκοπό αφενός να μην συγχέεται για τις νέες γενιές το τέλος του πολέμου, να διατηρηθεί η μνήμη του κοινού αγώνα κατά της βαρβαρότητας και του ρατσισμού και να αποτελεί μια μέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος και εξύμνησης των ουμανιστικών και δημοκρατικών αρχών του πολιτεύματος της χώρας[2]. Από την πλευρά της η Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και αρκετά χρόνια (από τη σύνοδο των αρχηγών κρατών της Ε.Ο.Κ. στο Μιλάνο το 1985) έχει θεσμοθετήσει τον εορτασμό της 9/5 ως «ημέρας της Ευρώπης» σε ανάμνηση όχι της λήξης του πολέμου αλλά της διακήρυξης της 9ης Μαϊου 1950 του Ρομπέρτ Σουμάν και Ζαν Μονέ, που θεωρείται και η ιδρυτή διακήρυξη της ενιαίας Ευρώπης[3]. Φυσικά ο Σουμάν επέλεξε την 9/5/1950 για να τονίσει συμβολικά 5 χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, το πέρασμα σε μια άλλη εποχή. Αντίστοιχα η υιοθέτηση της «ημέρας της Ευρώπης» από την Ε.Ο.Κ. το 1985 συνέπεσε με τον εορτασμό των 40 χρόνων από το τέλος του πολέμου.

 

2ο: Τι ήταν η «Απελευθέρωση» για την Ελλάδα

 

Οι Έλληνες θυμούνται την 8/5 ως ημερομηνία λήξης του πολέμου ή Απελευθέρωσης της Ελλάδας. Και ποιο συμβολισμό ενέχει αυτή η ημερομηνία στη συνείδηση του μέσου Έλληνα πολίτη για το ιστορικό του παρελθόν; Ταυτίζεται η θέση του με μια συνολική εκτίμηση για το κοινό ευρωπαϊκό παρελθόν; Πως μπορεί να ενταχθεί αυτό στην συνολική συνειδητοποίηση μιας συλλογικής ευρωπαϊκής ταυτότητας; Ερωτήματα που ίσως είναι δύσκολο να απαντηθούν, ωστόσο έχουμε την ευκαιρία να τα συζητήσουμε με την ευκαιρία του θέματος της 8/5 και της μνήμης.

 

Το γεγονός ότι η Ελλάδα απελευθερώνεται αρκετά νωρίτερα από την επίσημη λήξη του πολέμου αποτελεί ίσως την πρώτη και σημαντικότερη δικαιολογία για την άτονη πρόσληψη της 8/5 από την ελληνική κοινή γνώμη. Ο ελληνικός λαός γιόρτασε και με το παραπάνω την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 1944. Όταν μετά από επτά μήνες η Γερμανία θα συνθηκολογήσει, η Ελλάδα βρισκόταν ήδη σε μια άλλη φάση, πιο τραγική, της ιστορίας της. Είχαν προηγηθεί τα Δεκεμβριανά, η Συμφωνία της Βάρκιζας τον Φλεβάρη και ο εμφύλιος πόλεμος έκανε απλά ένα διάλειμμα. Η λήξη του πολέμου χαιρετίστηκε με χαρά και ελπίδα από ολόκληρο τον ελληνικό τύπο και τον ελληνικό πολιτικό κόσμο αλλά η συνέχεια εξαφάνισε την ανάμνηση της συμμαχικής νίκης. Ο εμφύλιος αλλά και η αποφασιστικότητα του μετεμφυλιακού ελληνικού κράτους να φανεί πιστός και καλός μαθητής στο «σχολείο του ψυχρού πολέμου» εξόρισε όχι μόνο την ανάμνηση της 8/5 αλλά ακόμα και την ίδια την ανάμνηση της Απελευθέρωσης του Οκτωβρίου του 1944.

 

Πώς θα μπορούσε να ερμηνευθεί η θεσμοθέτηση της 28ης Οκτωβρίου 1940 ως «εθνικής γιορτής» από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου μόλις στις 24 Οκτωβρίου 1944, δηλαδή 12 μέρες μετά την Απελευθέρωση; Ήταν η ανάγκη για μια ηθική αποκατάσταση των αγώνων των Ελλήνων από το 1940 ως το 1944 με την ένταξη στην κορυφή του εθνικού εορτολογίου μιας συμβολικής μέρας όπως η κήρυξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου; Γιατί τότε δεν επιλέχθηκε η μέρα της Απελευθέρωσης όπως συνέβαινε και ισχύει ακόμα και σήμερα στα περισσότερα κράτη του κόσμου; Γιατί η Ελλάδα εορτάζει κατά παγκόσμια πρωτοτυπία την έναρξη και όχι τη λήξη ενός πολέμου;

 

Ο εορτασμός της 28/10 είχε σαν στόχο κυρίως την εθνικοποίηση της μνήμης του πολέμου και της Κατοχής και έριξε στις καλένδες την αναγνώριση της Αντίστασης, που υπήρξε ιδεολογικά ταυτισμένη σε μεγάλο βαθμό με την Αριστερά. Φυσικά, στο πλαίσιο αυτό εξιλεωνόταν η εικόνα του Μεταξά που από δικτάτορας ανακηρυσσόταν στον πρώτο αντιστασιακό, μεταμορφώνοντας το «όχι» σε μια ηρωική απάντηση από μια ρεαλιστική πολιτική θέση. Σε σύντομο χρονικό διάστημα επομένως το ίδιο το επίσημο ελληνικό κράτος θα υποβαθμίσει και στη συνέχεια θα αγνοήσει την Απελευθέρωση της χώρας σαν μια αναμνηστική εορτή με ιδιαίτερο περιεχόμενο. Έτσι η συγκεκριμένη ανάμνηση -ακόμα περισσότερο η 8/5 που εκ των πραγμάτων ήταν πιο δύσκολη περίπτωση για να ταυτιστεί- απώλεσε την προοπτική να αποτελέσει μέρος της λαϊκής κουλτούρας...[4]

 

Αξίζει σε αυτό το σημείο να δούμε σύντομα πως κάλυψαν την 8/5 τα ελληνικά ΜΜΕ και κυρίως οι εφημερίδες που αποτελούσαν εξάλλου την βασικότερη και σημαντικότερη πηγή ενημέρωσης και διαμόρφωσης της ελληνικής κοινής γνώμης. Οι εφημερίδες που ως τότε δραστηριοποιούνταν στην παρανομία και ειδικότερα εκείνες της Αριστεράς γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη νόμιμες και επωφελούνται από ένα σημαντικό δίκτυο ανταποκριτών στην ελληνική επαρχία που παρέχουν εξαιρετικές πληροφορίες για την πορεία της Απελευθέρωσης της ελληνικής υπαίθρου και των προσπαθειών Ανασυγκρότησης αλλά πάσχουν αναλογικά με τον αστικό τύπο στις πληροφορίες για την πορεία του πολέμου στην Ευρώπη. Οι αστικές εφημερίδες που διατηρούσαν μια σχετικά ικανοποιητική συνεργασία με δημοσιογραφικά πρακτορεία του εξωτερικού και επωφελούνταν από την βρετανική βοήθεια κάλυψαν την πτώση του Ράιχ με μεγαλύτερη δημοσιογραφική λεπτομέρεια, ενώ ο αριστερός τύπος επικεντρώθηκε στο εκθείασμα των νικών του Κόκκινου Στρατού ή στα επιτεύγματα του παρτιζάνου ηγέτη Τίτο.

 

Στον ιδεολογικό αντίποδα θα πρέπει αν σημειώσουμε την οργάνωση στους κόλπους της βρετανικής αποστολής στην Ελλάδα μιας ιδιαίτερης υπηρεσίας πληροφοριών της Allied Information Service που είχε σαν σκοπό τον έλεγχο και τη χειραγώγηση των παρεχόμενων πληροφοριών προς τον ελληνικό λαό. Πρώτος στόχος ο έλεγχος του αστικού-φιλελεύθερου και δεξιού τύπου, καθώς και του ραδιόφωνου. Ο έλεγχος σύντομα επεκτάθηκε και στα κινηματογραφικά επίκαιρα[5]. Οι εικόνες από τον ενθουσιασμό και τις γιορτές των πρώτων ημερών της Απελευθέρωσης της Αθήνας θα έχουν φυσικά μεγαλύτερη επίδραση στο μέσο θεατή από την ύψωση της ρωσικής σημαίας στο Ράιχσταγκ και αυτό μοιάζει αρκετά φυσιολογικό αν αναλογιστούμε τους βιωματικούς συνειρμούς που προκαλούσε η εικόνα.

 

3ο: Η διαχείριση της μνήμης της Απελευθέρωσης από το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος

 

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος υπήρξε η αιτία ή και η αφορμή για την αγνόηση, την εξαφάνιση της μνήμης της Απελευθέρωσης. Η πολεμική των δύο στρατοπέδων κάλυψε πλήρως τόσο τους τελευταίους μήνες του πολέμου όσο και τη Συνθηκολόγηση. Η έννοια της «Απελευθέρωσης» έλαβε διαφορετικές διαστάσεις στη ρητορική των δύο αντιμαχόμενων πλευρών. Η πτώση του Βερολίνου εκλήφθηκε και παρουσιάστηκε από τον Αριστερό κόσμο σαν μια νίκη του σοσιαλισμού επί του φασισμού, σαν ένα βήμα για την παγκόσμια επανάσταση. Από την πλευρά της η Δεξιά αναπαράγει σταδιακά την βρετανική και αμερικανική λογική της σταυροφορίας για τη διατήρηση του κόσμου ελεύθερου από το νέο -τον κόκκινο κίνδυνο.

 

Κατά τις επόμενες δεκαετίες η ανάμνηση της Απελευθέρωσης μετατρέπεται σε θέμα ταμπού παρόμοιο με το θέμα της Αντίσταση της περιόδου 31-22. από το 1950 ως το 1974 σε όλα τα επίπεδα του επίσημου λόγου (νόμοι, σχολείο, εκκλησία) αλλά και από τους φορείς διαμόρφωσης της μαζικής κουλτούρας (τύπος, ραδιόφωνο, κινηματογράφος) θα προκριθεί η λήθη για την εποχή 1940-1949, θα τεμαχιστεί η Αντίσταση και θα αναγνωριστεί μόνο η εθνικόφρονη πλευρά της, ενώ δεν θα γίνει καμία προσπάθεια σύνδεσης της μνήμης της ελληνικής ή της ευρωπαϊκής απελευθέρωσης με την λαϊκή και εθνική εορταστική κουλτούρα. Η Απελευθέρωση για τον επίσημο λόγο επιτεύχθηκε χάρη στην εθνική ομοψυχία του λαού, την λαμπρή καθοδήγηση των Βρετανών συμμάχων και τον ηρωισμό των Ελλήνων αξιωματικών. Θα γίνει προσπάθεια η «πολιτιστική ανασυγκρότηση» της χώρας, ενταγμένη στον ευρύτερο επανασχεδιασμό για την «ανασυγκρότηση του έθνους», να λάβει τα χαρακτηριστικά εθνικής διαπαιδαγώγησης[6]. Η εικόνα της Απελευθέρωσης της 12/10/44 που απομένει και επιδεικνύεται έκτοτε είναι εκείνη της ύψωσης της ελληνικής σημαίας από τον Παπανδρέου στην Ακρόπολη. Οι άλλες φωτογραφίες που δείχνουν τους διαδηλωτές να γιορτάζουν ανεμίζοντας μεταξύ άλλων και τις σοβιετικές σημαίες ή κρατώντας πλακάτ του ΕΑΜ φυσικά εξαφανίζονται. Η μνήμη του Δεκέμβρη του ‘44 επισκιάζει την Απελευθέρωση. Ο εορτασμός της νίκης του Γράμμου θεσμοθετείται (16 Αυγούστου 1949) και γιορτάζεται με αμείωτη θέρμη ως το 1974.

 

Αν και φαινομενικά η υπόμνηση της 8/5 θα μπορούσε να είναι πιο ανώδυνη για το ελληνικό κατεστημένο απ'ότι η ελληνική Απελευθέρωση της 12/10, η παρουσίαση της συμμαχικής νίκης δεν θα μπορούσε να αποσιωπήσει τον σοβιετικό παράγοντα στην έκβαση του τελικού αποτελέσματος. Αν και η ψυχροπολεμική εργογραφία προσπάθησε να μειώσει το ρόλο του κόκκινου στρατού ή και η κινηματογραφική μυθοπλασία υπερτόνισε το ρόλο των Αμερικανών στην Ευρώπη σε σύγκριση με τον αντίστοιχο ρόλο των Σοβιετικών, στην Ελλάδα η τακτική αυτή θα διατηρηθεί μονολιθικά και απόλυτα..[7]. Αλλά και από την μετριοπαθή κοινοβουλευτική Αριστερά και Κέντρο-Αριστερά η διεκδίκηση θεσμοθέτησης της μνήμης της Απελευθέρωσης παρέμεινε ένας στόχος μάλλον δευτερεύων, καθώς η έμφαση για ένα σημαντικό διάστημα δόθηκε στη διατήρηση της λήθης και την επίτευξη μιας πολιτικής ανοχής από το κράτος της Δεξιάς[8]. Η άνοδος των συνταγματαρχών είχε διπλή επίδραση στο ζήτημα της Απελευθέρωσης. Η χούντα άλλοτε ενίσχυσε περισσότερο την προσπάθεια αποσιώπησης της κι άλλοτε υπογράμμιζε την ανάγκη επαγρύπνησης για την διασφάλιση της Ελευθερίας που κινδύνευε από τον «εξωτερικό» και τον «εσωτερικό» εχθρό. Στην προσπάθεια εκκαθάρισης της μνήμης και ενίσχυσης μιας κοινής «εθνικής» ανάγνωσης της ιστορίας θα χρησιμοποιηθούν και ο κινηματογράφος και η τηλεόραση[9][10].

 

Για να ολοκληρώσουμε αυτή την ενότητα, θα πρέπει να αναφερθούμε στην έλλειψη κέντρων και μνημείων εορτασμού της Αντίστασης και Απελευθέρωσης. Ακόμα κι όπου υπήρξαν σχετικά μνημεία τελικά συνδέθηκαν με την ανάμνηση του εμφυλίου κι ο αρχικός σκοπός τους μετατράπηκε σε μια ακόμη ευκαιρία πατριωτικής και αντικομμουνιστικής διδασκαλίας.

 

4ο: Τι απομένει από την Απελευθέρωση;

 

Οι εξελίξεις της Μεταπολίτευσης επιτάχυναν τις διαδικασίες αποδοχής και ενσωμάτωσης της περιόδου 1944-49 στην κοινή μνήμη, ενώ για πρώτη φορά μεταπολεμικά η Απελευθέρωση και ο εορτασμός της θεωρητικά θα μπορούσαν να λάβουν τη θέση που τους άξιζε στην ιστορική μυθολογία της σύγχρονης Ελλάδας. Η νομιμοποίηση του ΚΚΕ από τον Καραμανλή και η αναγνώριση της ενιαίας Εθνικής Αντίστασης από το ΠΑΣΟΚ, ανεξάρτητα από τους επιμέρους λόγους για τους οποίους έγιναν, εξομάλυναν το κλίμα. Η επιστροφή μέρους των πολιτικών προσφύγων βοήθησε στην προσπάθεια για το ξεπέρασμα των παλιών αντιθέσεων. Ωστόσο, το ΠΑΣΟΚ φροντίζει για λόγους συμβολικούς να θεσμοθετήσει την 25 Νοεμβρίου ως ημέρα της Εθνικής Αντίστασης σε ανάμνηση της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου. Παρά τη δεδομένη αποδοχή της ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας κι από τον Α.Παπανδρέου, η 8/5 ή ακόμα και η 9/5 ποτέ δεν αποτέλεσαν ιδιαίτερη ημερομηνία για το εθνικό εορτολόγιο.

 

Τα τελευταία 15 χρόνια ωστόσο η οπτική εορτασμού της επετείου Απελευθέρωσης του 1945 άλλαξε εν μέρει. Η προσπάθεια ενοποίησης της Ευρώπης, η πτώση του κομμουνισμού και το άνοιγμα νέων προοπτικών πολιτικής, οικονομικής συνεργασίας και κοινωνικής συμβίωσης οδήγησαν στην επανεξέταση του συμβολικού ρόλου της 8/5 αλλά και των ημερομηνιών εκείνων που θα μπορούσαν αν αποδώσουν το νόημα των νέων προκλήσεων[11]. Η έκταση που δόθηκε στον εορτασμό της Απόβασης στη Νορμανδία έλαβε προοδευτικά πιο οικουμενικό και πιο ευρύ χαρακτήρα. Αν ο εορτασμός του 1984 έγινε ακόμα σε συνθήκες ψυχρού πολέμου, έστω και στη Δύση του, και του 1994 υπό την επίδραση μιας έντονης αβεβαιότητας για το μέλλον μιας μετακομμουνιστικής Ευρώπης που γνώριζε έναν ακόμη πόλεμο στην καρδιά της (Βοσνία), ο εορτασμός του 2004 είχε όλα τα στοιχεία μιας γιορτής για την Ευρώπη και την Ελευθερία. Ανεξάρτητα από τις επιμέρους κριτικές για το ρόλο των ΗΠΑ στο σύγχρονο κόσμο, με νωπό τον πόλεμο στο Ιράκ, η Ευρώπη άδραξε την ευκαιρία να κλείσει τους λογαριασμούς της με το παρελθόν της και να αναγάγει την 60η επέτειο από τη λήξη του πολέμου σε ημερομηνία και τυπικής συμφιλίωσης με τους παλιούς εχθρούς. Η Ελλάδα που ήταν από τους επίσημους συμμετέχοντες στους εορτασμούς για την απόβαση, έχει θέση σε έναν κοινό εορτασμό της 8/5; Σίγουρα ναι. Ωστόσο ο εορτασμός είτε των 60 χρόνων της απόβασης είτε των 60 χρόνων της λήξης του πολέμου μοιάζει να απασχολεί περισσότερο μια δράκα ιστορικών και δημοσιογράφων που επιμένουν να κάνουν αναγωγές της ιστορίας της δεκαετίας του 40 στη σύγχρονη πραγματικότητα, που προσπαθούν αν ερμηνεύσουν επιλογές και εξελίξεις και που ενδιαφέρονται για την συγκριτική ερμηνεία του ιστορικού παρελθόντος της Ηπείρου μας. Τα αφιερώματα στον αθηναϊκό τύπο (Τα Νέα, Το Βήμα, Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Ριζοσπάστης) τόσο το 2004 όσο και το 2006 αν και προσπαθούν αν είναι επίκαιρα και μακριά από τυπικά αφιερώματα, μάλλον αντιμετωπίζονται ως τέτοια...[12] Τα τηλεοπτικά ήθη που κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια και στον έντυπο τύπο, δεν επιτρέπουν αναλύσεις, αφιερώματα, εμβαθύνσεις. Αν το θέμα της Απελευθέρωσης και της λήξης του πολέμου κάποτε ήταν ταμπού, τώρα είναι απλά αντιεμπορικό, βαρετό και εν τέλει αδιάφορο. Όπως εξάλλου και πολλά άλλα θέματα της Ιστορίας. Ακόμα κι όταν η προσπάθεια ερμηνείας φαινομένων όπως ο πόλεμος στο Ιράκ κι ο αντιαμερικανισμός χρησιμοποιεί στοιχεία από την περίοδο της λήξης του πολέμου πολύ φοβάμαι ότι το ενδιαφέρον περιορίζεται σε ένα μικρό αναγνωστικό κοινό[13].

 

Η Απελευθέρωση της Ελλάδας βρέθηκε ανάμεσα σε δύο σημαντικές ιστορικές περιόδους. Την Αντίσταση και τον εμφύλιο. Αν και για την Ευρώπη η 8/5 σήμανε το τέλος του πολέμου και την απαρχή της ανασυγκρότησης, για την Ελλάδα η 12/10 ήταν η αρχή μιας νέας τραγωδίας. Η 8/5 χάθηκε γρήγορα και για πάντα από τη συλλογική μνήμη. Πολιτικά συμφέροντα και ιδεοληψίες δεν επέτρεψαν ποτέ να λάβει την αναγνώριση που έτυχε σε άλλες χώρες ακόμα και σε όσες τελικά την περιέκοψαν χρονικά και θεσμικά και την μετέτρεψαν σε τυπική γιορτή. Η 8/5 ήταν ωστόσο μια σημαντική ημερομηνία για τους «άλλους», για τους Ευρωπαίους. Στην Ελλάδα ποιος θα ενδιαφερόταν, όχι για μια «αναβίωση» υπό την έννοια του εορτασμού αλλά με την προοπτική της καθυστερημένης γνωριμίας του ελληνικού λαού με την επέτειο; Το κράτος μάλλον δύσκολα. Η τελευταία επέτειος που θεσμοθετήθηκε ως αργία και μάλιστα όχι για όλους και όχι πάντως εθνική ήταν εκείνη του Πολυτεχνείου. Σε πόσους από τους σημερινούς Έλληνες θα σήμαινε κάτι ένας εορτασμός της 12/10, της 8/5 όταν ακόμα και ο εορτασμός της 25/11 (Εθνικής Αντίστασης) αγνοείται από όλους; Ως μπορεί αν αναπληρωθεί ένα κρατικό κενό 60 χρόνων στο συγκεκριμένο ζήτημα;[14] Και σίγουρα σε αυτό το σημείο δεν θα επεισέλθουμε στο ερώτημα αν τελικά οι επέτειοι ανεξάρτητα απ’ το συμβολικό και μυστικιστικό τους περιεχόμενο διαδραματίζουν ή πρέπει αν διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στις σύγχρονες κοινωνίες. Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα που άπτεται της σχέσης της μνήμης, της ιστορίας και της παιδείας, που θα πρέπει να συζητηθεί υπό ευρύτερους και πιο σύνθετους όρους. Απομένει όμως το ερώτημα που γεννιέται σε κάθε επέτειο: αν ένας από τους στόχους μιας επετείου είναι και η απασχόληση της σκέψης μας, έστω και προσωρινά, με το παρελθόν μας, ποια εικόνα έχει εντυπωθεί στο συλλογικό υποσυνείδητο μας για π.χ. την Απελευθέρωση της Ευρώπης; Μήπως τελικά η εικόνα του στρατιώτη Ράϊαν είναι εκείνη που μπορεί να αγγίξει ένα ευρύ κοινό στην Ελλάδα και τον Κόσμο; Μήπως η ιστορική μας μνήμη ταυτίζεται θεματικά, χρονικά και ποιοτικά με ένα κινηματογραφικό αμερικάνικο προϊόν; Για να επαναλάβω μια φράση του Guardian σχετικά με τη σχέση διαμόρφωσης της μνήμης και ιστορίας Μήπως το Χόλυγουντ κλέβει την ιστορία μας; [15]

 

Παραπομπές:

[1] Με τους Σοβιετικούς η Γερμανία υπέγραψε χωριστή παράδοση στις 9 Μαΐου 1945.

[2] www.senate.be/wwwcgi/get_pdf?33576673

[3] http://europa.eu/abc/symbols/9-may/euday_fr.htm

[4] Η Αναστασία Καρακασίδου, «Πρωτόκολλο και θέαμα: εθνικοί εορτασμοί στη Βόρεια Ελλάδα», Mark Mazaower (ed.), Μετά τον πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα 1943-1960, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σ.243-267 αναλύει διεξοδικά τη σημασία θέσπισης ειδικών εθνικών γιορτών που είχαν σαν στόχο την εμπέδωση της ελληνικής ταυτότητας ειδικά στις «ευαίσθητες» περιοχές της Β.Ελλάδος..

[5] Φοίβος Οικονομίδης, Το σύνδρομο του Οδυσσέα, Αθήνα, Ορφέας 1999, σ.38-44.

[6] Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, «Η ιδεολογική επίδραση του εμφυλίου πολέμου», στο John Iatrides (εκδ.), Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα, Θεμέλιο 1984, σ.561-594.

[7] Hagen Fleischer, "Επετειακές μνήμες και σκοπιμότητες", Το Βήμα, 6 Ιουνίου 2004.

[8] Φίλιππος Ηλιού, «Οι βιωμένες ιστορίες και η ιστοριογραφική προσέγγιση», Πρακτικά συνεδρίου Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου (Αθήνα, 6-7 Μαρτίου 1998), Αθήνα, Φιλίστωρ, σ.162.

[9] Γιάννα Αθανασάτου, Ελληνικός κινηματογράφος (1950-1967). Λαϊκή μνήμη και ιδεολογία, Αθήνα, Finatec 2001, σ.86-92.

[10] Νίκος Κολοβός, «Ένταση των λαϊκών αγώνων εκδημοκρατισμού της χώρας-άνθιση του «αθώου» εμπορικού κινηματογράφου: ένα παράδοξο», Πρακτικά συνεδρίου «1949-1967, η εκρηκτική εικοσαετία» (Αθήνα, 10- Νοεμβρίου 2000), Αθήνα, 2002, σ.151-152

[11] Hagen Fleisher, “The Past beneath the Present.The resurgence of World War II Public history after the collapse of communism: a stroll through the international press », Historein 4 (2003-2004), σ.45-130.

[12] Ελευθεροτυπία, 6 και 10 Ιουνίου 2004.

[13] Αντώνης Λιάκος, «Πώς ξόδεψαν οι Αμερικανοί την προίκα τους; », Το Βήμα, 6 Ιουνίου 2004.

[14] Μετά το 1945, βρίσκουμε στην Ελλάδα δύο εθνικές αργίες (25 Μαρτίου και 28 Οκτωβρίου), αλλά και την ονομαστική γιορτή του βασιλιά Παύλου (29 Ιουνίου). Από το 1948 προσθέτουμε ως αργίες τα γενέθλια της βασίλισσας Φρειδερίκης (18 Απριλίου), η γιορτή του πρίγκιπα Κων/νου (21 Μαΐου) και η Πρωτοχρονιά. Για ένα μικρό διάστημα εορτάστηκαν επίσημα και ημερομηνίες όπως η γιορτή του ΟΗΕ, της ημέρας της Ελευθερίας (8/6), της Ανακωχής του 1918 (11/11), του Εθνικού Στρατού (15/5), της Νίκης του Γράμμου (16/8). Βλ. Καρακσίδου, ο.π., σ.265.

[15] The Guardian, 17 Δεκεμβρίου 2002.

 

* Ο Λάμπρος Φλιτούρης είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας Νεότερων Χρόνων στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Το παρόν άρθρο έχει γίνει εισήγηση στο μεταπτυχιακό σεμινάριο του Τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Ε.Κ.Π. Αθηνών, στις 13-12-2006. Έχει επίσης εκφωνηθεί ως ομιλία στο Πανεπιστήμιο Lund της Σουηδίας.

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.