Η τολμηρή αντι-επιχειρηματικότητα της κυρίας Όστεν: η περίπτωση της Ελίζαμπεθ Μπέννετ

 Με αφορμή την ανάπτυξη που έχει κατακλύσει την πόλη μας, μου ήρθε στο μυαλό η Τζέιν Όστεν και η διάσημη ηρωίδα της από το «Υπερηφάνεια και Προκατάληψη». Γνωρίζω βεβαίως πως όσοι είναι εξοικειωμένοι με το έργο της Όστεν, θα βρουν τον συγκεκριμένο συνειρμό μάλλον άκυρο. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς: οι αργοί ρυθμοί της αγγλικής Αντιβασιλείας του 19ου αιώνα, οι έγνοιες των αργόσχολων εισοδηματιών της αγγλικής υπαίθρου, και οι συναισθηματικές αγωνίες γυναικών που μεθοδικά προετοιμάζονται για την μελλοντική τους αποκατάσταση, δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στους σύγχρονους οικονομικούς προβληματισμούς. Καταχρώμενη ωστόσο το λεξιλόγιο των συγκυριών, και πονηρά σκεπτόμενη πως έτσι θα υποκινήσω το ενδιαφέρον για μια κλασική συγγραφέα, θα τολμήσω να παρουσιάσω την Τζέιν Όστεν ως μια ξεδιάντροπη προβοκατόρισσα της υφιστάμενης επιχειρηματικότητας. Και εξηγούμαι.

 

Για όσους δεν τη γνωρίζουν ήδη, η ιστορία του «Υπερηφάνεια και Προκατάληψη» εξελίσσεται στο φανταστικό Λόνγκμπουρν της αγγλικής υπαίθρου των αρχών του 19ου αιώνα. Εν μέσω των Ναπολεόντειων πολέμων, οι πέντε κόρες της οικογένειας Μπέννετ, η Τζέιν, η Ελίζαμπεθ, η Κίττυ, η Λύντια και η Μαίρη, υπό την επίμονη καθοδήγηση της οριακά υστερικής μητέρας τους, αναζητούν διακαώς τρόπους για την μελλοντική τους αποκατάσταση. Η αφορμή για το έναυσμα της ιστορίας δίνεται με την έλευση στην περιοχή ενός άκρως ευκατάστατου εργένη και της παρέας του, ο οποίος για καλή τύχη των κοριτσιών, είναι και εμφανίσιμος. Με κεντρική ηρωίδα τη δεύτερη κόρη της οικογένειας, την Ελίζαμπεθ, η ιστορία χτίζεται σταδιακά γύρω από τις συναισθηματικές και πνευματικές ωριμάνσεις που προκαλούν οι σχέσεις της με τις αδερφές και τους γονείς της, ένα βλακώδες προξενιό, μια συμβιβασμένη φίλη, ένας διαφθορέας προικοθήρας, μια ξιπασμένη Λαίδη, και το περίεργο φλερτ της, γεμάτο παρεξηγήσεις και αντιδικίες, με τον καλύτερο φίλο του πλούσιου και όμορφου εργένη, του ακόμη πιο πλούσιου αλλά ψηλομύτη κύριου Ντάρσυ.

 

Η ιστορία είναι κάτι παραπάνω από μια διασκεδαστική αισθηματική κομεντί του 19ου αιώνα. Οι συνήθεις κριτικές την κατατάσσουν στα

πιο σημαντικά έργα της κλασικής αγγλικής λογοτεχνίας, το οποίο μέσω ενός άρτια κατασκευασμένου ειρωνικού λόγου, στηλιτεύει το κοινωνικό και λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Σε μια εποχή μάλιστα, που η έννοια της γυναίκας-συγγραφέως –πόσο μάλλον εκείνης που ασκεί κοινωνική κριτική- ήταν μάλλον αδιανόητη.

 

Ας μου επιτρέψουν ωστόσο οι θεωρητικοί της Όστεν να τα πω τα πράγματα και κάπως αλλιώς: σε μια εποχή που το δικαίωμα των γυναικών στην αξιοπρεπή εργασία και την οικογενειακή ιδιοκτησία δεν υφίσταντο, η Τζέιν Όστεν στήνει μια κωμωδία όπου το κυνήγι του συζύγου αποτελεί κατεξοχήν επιχειρηματική δραστηριότητα σε ένα άγριο πεδίο αθέμιτου ανταγωνισμού. Αν θέλουν να επιβιώσουν και να ζήσουν αξιοπρεπώς, οι γυναίκες οφείλουν να προετοιμάσουν κατάλληλα ένας άκρως ανταγωνιστικό πακέτο προσφοράς: «Βαθιά γνώση μουσικής, τραγουδιού, ζωγραφικής, χορού και σύγχρονων ξένων γλωσσών», αλλά και «κάτι ιδιαίτερο στο βάδισμα, στον τόνο της φωνής της, στη συμπεριφορά και στις εκφράσεις της», είναι μερικά μόνο από τα απαραίτητα προσόντα της «ολοκληρωμένης γυναίκας».

 

Αλλά ακόμη και αν δεν τα κατάφεραν και τόσο να ολοκληρωθούν, οφείλουν σε κάθε περίπτωση να ασκηθούν στην τέχνη της τάχιστης παγίδευσης του ενδιαφέροντος, χωρίς να αφήνουν πολλά περιθώρια πραγματικής γνωριμίας. Αυτή θα επέλθει ούτως ή άλλως όταν θα είναι πλέον αργά για διαφυγή, δηλαδή μετά γάμον. Είναι άλλωστε «καλύτερο να γνωρίζεις όσο το δυνατόν λιγότερα ελαττώματα του ατόμου με το οποίο θα περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου», υπενθυμίζει η καλή φίλη Σάρλοτ σε όποια τρέφει ακόμη αυταπάτες. Κι αν εν τέλει, παρά τις προσπάθειες, μένουν εκτός ανταγωνισμού, οφείλουν τουλάχιστον να είναι προετοιμασμένες για λιγότερο θελκτικές συμφωνίες. Ούτως ή άλλως οι πιθανότητες να ευτυχήσουν «είναι τόσες, όσες και όλων των ανθρώπων που επιλέγουν τον έγγαμο βίο».

 

Σε αυτή την κούρσα της γυναικείας επιβίωσης, κάθε άνδρας με ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία και το δάχτυλο χωρίς βέρα, οπωσδήποτε αναμένεται να περιφέρεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις και δημόσιους χορούς –αν χρειαστεί, και στην επαρχία-, προς αναζήτηση της κατάλληλης συζύγου. Το καθήκον ωστόσο χρήζει προσοχής: οι άνδρες οφείλουν να είναι αρκετά επαγγελματίες ώστε να γνωρίζουν σε ποια θα προτείνουν έναν χορό παραπάνω. Ενθουσιασμοί χωρίς περαιτέρω διερεύνηση του κοινωνικού στάτους της ντάμας, θα οδηγήσουν αργά ή γρήγορα στην απότομη απόσυρση της προσφοράς. Και ανέμελα χαμόγελα χωρίς αντίκρισμα κινδυνεύουν να τους στοιχίσουν την υπόληψη. Εκτός βεβαίως κι αν δεν διαθέτουν τίποτε άλλο, πέρα από την ιδιότητα του εργένη. «Ένας άνθρωπος με τόσο σοβαρές οικονομικές δυσκολίες δεν έχει χρόνο για όλους αυτούς τους κομψούς τύπους ευπρέπειας». Του επιτρέπεται λοιπόν, χάριν επιβίωσης, να ρίξει όσα χαμόγελα θέλει, αρκεί να είναι σωστά πληροφορημένος για το μέγεθος της προίκας της υποψήφιας.

Και η Ελίζαμπεθ μέσα σε όλο αυτό; Η δεύτερη κόρη της οικογένειας Μπέννετ, ίσως η πιο αγαπημένη ηρωίδα των θαυμαστών της Όστεν, θα τολμήσει να αναζητήσει έναν διαφορετικό αυτοπροσδιορισμό, κινούμενη ανάμεσα στην επιθυμία για δυνατότητα επιλογής και τα πολιτισμικά μπαγκάζια της εποχής, ανάμεσα στην επιφάνεια και την πραγματική πρόθεση, στην εύστοχη σχετικοποίηση και την απολυτότητα. «Ολοκληρωμένες» γυναίκες; Θα ήταν έκπληξη για την Ελίζαμπεθ αν συναντούσε έστω και μία. Πλούσιοι υποψήφιοι; Ίσως και να τους πρόσφερε ένα χορό, αν η υπεροψία τους δεν καπέλωνε τη δική της. Σπιρτόζα και αντιδραστική, ενίοτε θύμα της ταχύτητας της κρίσης της, θα υπονομεύσει την επαγγελματική καριέρα για την οποία προορίζεται, βγάζοντας γλώσσα, απορρίπτοντας μανιερισμούς που εξασφαλίζουν το τύλιγμα συζύγων, εκφράζοντας προσωπική άποψη, και αντιδικώντας με κελεπούρια.

 

Οι ρυθμοί της ιστορίας σίγουρα δεν είναι γρήγοροι. Το εκάστοτε σκηνικό εξελίσσεται συνήθως σε μια αίθουσα χορού ή σε κάποιο χώρο του σπιτιού, γεμάτα λεπτομέρειες του ντεκόρουμ. Αλλά οι ρυθμοί των διαλόγων τρέχουν με την ταχύτητα του φωτός, τυλίγοντάς τους με ειρωνεία, της οποίας η Όστεν αποδεικνύεται έξοχη τεχνίτρια.

 

Γιατί μπροστά σε όλη αυτή την επιχειρηματική δραστηριότητα, η Όστεν δεν διέθετε παρά μόνο ένα όπλο: την ειρωνεία. Και είναι αυτή που θα της επιτρέψει να καταδείξει πως πίσω από τις εκθειασμένες από την εποχή έννοιες του γάμου, του κοινωνικού στάτους, και της «ολοκληρωμένης» γυναίκας, κρύβεται μια καλοστημένη μπίζνα στην οποία άνδρες και γυναίκες υποχρεούνται να συμμετάσχουν επιτυχώς και με πλήρη αποδοτικότητα. Ακόμη και την όποια αναφορά στην πολιτική της περιόδου, τους Ναπολεόντειους πολέμους, θα την κάνει με ειρωνικό τρόπο και πάντα υπό το πρίσμα του απαρέγκλιτου καθήκοντος των γυναικών: στη μόνιμη αναζήτησή τους για αξιωματικούς, οι έξαλλες από ενθουσιασμό  Κίττυ και Λύντια, θέτουν υπό στενή παρακολούθηση την κινητικότητα των στρατευμάτων από και προς το στρατόπεδο του Μέρυτον, προσευχόμενες το κακόβουλο Υπουργείο να μην τους μεταθέσει αλλού.

 

Οπωσδήποτε οι αρετές της «Υπερηφάνειας και Προκατάληψης» δεν περιορίζονται σε όσα παρουσιάστηκαν εδώ. Και οι πραγματικές προθέσεις της δημιουργού αποτελούν αντικείμενο μιας πιο εκτεταμένης και πολυεπίπεδης ανάλυσης. Αλλά αν τελικά μια σοβαρή κριτική λογοτεχνίας δεν θα επέτρεπε την κατάχρηση των όρων που έκανα απλοϊκά εδώ για να παρουσιάσω την Τζέιν Όστεν, ας μου επιτρέψει τουλάχιστον τούτο: να μοιραστώ το θαυμασμό μου για μια απολαυστικά επιδέξια προσέγγιση χαρακτήρων που παραπαίουν ανάμεσα στην ανάγκη τους για επιβίωση και την αναζήτηση της ελευθερίας.  

 

 

 

Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload

Αναζήτηση

Ακολούθα μας

  • Facebook Social Icon

Copyright © 2018 bakiri.website. All rights reserved.